Για μια πραγματική αναγέννηση του κινήματος και της Ελλάδας (μέρος 3ο)

Δημοσιεύτηκε στις: 15, Μαρ 2014


Διαβάστε επίσης:

Τελευταία άρθρα την ενότητα

» Το βίντεο από την κεντρική εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης

» Εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης στη Θεσσαλονίκη

» Πολιτικές εκδηλώσεις για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης

» Πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης

» 50 χρόνια Αναγέννηση Μια σπουδαία παρακαταθήκη για το κομμουνιστικό κίνημα

» Ψηλά τη σημαία του συνεπούς αντιιμπεριαλιστικού αγώνα

» 50χρονα της «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ»

» Το ξεδίπλωμα του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα

» Για μια πραγματική αναγέννηση του κινήματος και της Ελλάδας (μέρος 4ο)

» Για μια πραγματική αναγέννηση του κινήματος και της Ελλάδας (μέρος 3ο)

Άρθρα με λέξεις κλειδιά

μ-λ κίνημα  

Αναγέννηση  

Η πολιτική της «ενεργού ουδετερότητας» που διακηρύσσει η ΕΔΑ εξυπηρετεί τον ιμπεριαλισμό.

Στο πρόγραμμα, που ψήφισε το Α' Συνέδριο της ΕΔΑ («Το Πρόγραμμα της Εθνικής Δημοκρατικής, Αλλαγής») το 1959 προβάλλεται το αίτημα για την «υιοθέτηση πολιτικής ουδετερότητας».
Ποιο είναι το νόημα της ουδετερότητας αυτής; Το δίνει, με πολλή σαφήνεια, η σχετική εισήγηση, που έγινε στο Α’ Συνέδριο της ΕΔΑ: «Έχουμε τη γνώμη ότι στο πρόγραμμά μας πρέπει, καθαρά και χωρίς περιστροφές, να θέσουμε το πρόβλημα της ουδετερότητας. Ότι σήμερα για τη χώρα μας μπαίνει πρόβλημα ουδετερότητας ανάμεσα στους δυο κόσμους. Όχι βέβαια ουδετερότητα παθητική, αλλά ουδετερότητα ενεργητική...»(14) (Υ.Σ.) Και η διατύπωση για «δυο κόσμους» τι εξυπονοεί; Αποσαφηνίζεται κι αυτό σε ένα πρόσφατο λόγο του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της ΕΔΑ: «Εμείς δεν συμφωνούμεν με την πολιτική της προσδέσεως σε συνασπισμούς και πιστεύομεν ότι η ενεργός ουδετερότητα εγγυάται καλύτερα τα συμφέροντα της χώρας...»(15) (Υ.Σ.) Ώστε η έννοια «κόσμος» ταυτίζεται με την έννοια «συνασπισμός». Υπάρχουν λοιπόν ο ιμπεριαλιστικός κόσμος —συνασπισμός και ο σοσιαλιστικός κόσμος— συνασπισμός. Αλλά αυτό δεν είναι μια κατάφωρη διαστρέβλωση της πραγματικότητας του σύγχρονου κόσμου; Και δεν αποτελεί μια απλή επανάληψη των τιτοϊκών θεωριών, που ταυτίζουν το στρατόπεδο με το συνασπισμό, που μετατρέπουν το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο σε «δυτικό συνασπισμό» και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο σε «ανατολικό συνασπισμό» για να καταλήξουν στην προβολή «μιας ανεξάρτητης γραμμής», της «εκτός συνασπισμών» πολιτικής, της διαβόητης «πολιτικής της ενεργού ουδετερότητας»;

 

Όλος ο κόσμος ξέρει τώρα, τι σημαίνει η πολυδιαφημιζόμενη «ανεξάρτητη», «εκτός συνασπισμών» τιτοϊκή αυτή πολιτική. Σημαίνει στην πραγματικότητα, πρώτα εξίσωση και εξομοίωση του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου και του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και σε συνέχεια εξύμνηση, εξωραϊσμό του ιμπεριαλισμού και κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού. Με άλλα λόγια, μια πολιτική στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Σ’ αυτό το δρόμο μήπως θέλουν να σύρουν το αριστερό κίνημα της χώρας μας οι ηγέτες της Ε.Δ.Α.;
Η πολύχρονη πείρα του κινήματος διδάσκει, πως κάθε φαινόμενο, κάθε ζήτημα πρέπει να εξετάζεται συγκεκριμένα. «Συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», και επομένως, συγκεκριμένη αντιμετώπιση του κάθε συγκεκριμένου ζητήματος. Αυτό αφορά και το ζήτημα της ουδετερότητας.
Στα πλαίσια της μεγάλης σύγκρουσης, που γίνεται σήμερα σε παγκόσμια κλίμακα ανάμεσα στις αντιδραστικές και στις προοδευτικές δυνάμεις, ορισμένα πατριωτικά στοιχεία της αστικής τάξης διαφόρων χωρών που βρίσκονται κάτω από τον ξενικό ζυγό μπροστά στην ωμή καταπίεση του διεθνούς ιμπεριαλισμού και κάτω  από την επίδραση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και της λαϊκής πίεσης και πάλης, προσανατολίζονται προς μια πολιτική ουδετερότητας. Ο προσανατολισμός αυτός εκφράζει μια τάση αντίστασης κατά του ιμπεριαλισμού, μια τάση απόσπασης από την επιρροή του ιμπεριαλισμού και επομένως είναι επωφελής για τους λαούς των δοσμένων χωρών και για τον παγκόσμιο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα. Η τέτοια πολιτική ουδετερότητας είναι στοιχείο θετικό και επομένως οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να εκτιμήσουν σωστά το ρόλο της και να ενισχύσουν τις τάσεις απόσπασης από την επιρροή του ιμπεριαλισμού όσων δυνάμεων είναι δυνατό να αποσπαστούν απ’ αυτήν σε ένα δοσμένο στάδιο.
   Αλλά τα ζωτικά συμφέροντα των λαών δεν μπορεί να ικανοποιηθούν με μια πρώτη και ορισμένη απόσπαση από την επιρροή του ιμπεριαλισμού, παρά με την πλήρη και οριστική απόσπαση από την επιρροή αυτή. Την τάση ακριβώς αυτή εκφράζει το συνεπές λαϊκό - πατριωτικό, εθνικό - δημοκρατικό κίνημα των κατα­πιεζομένων λαών και εθνών. Και η επιτυχής έκβασή του προϋποθέτει και απαιτεί τη στήριξή του στο παγκό­σμιο αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, στο στρατόπεδο των δυνάμεων της ειρήνης, της δημοκρατίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής προόδου. Έτσι συντελείται ένα σταθερό προτσές απόσπασης δυνάμεων από την επιρροή του ιμπεριαλισμού και ένταξή τους στο συνεπές αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Σ’ αυτές τις συνθήκες, τα δεξιά εθνικιστικά στοιχεία της αστικής τάξης, προβάλλοντας την «πολιτική της ενεργού ουδετερότητας», προσπαθούν να αποτρέψουν ακριβώς αυτό το προτσές, να ευνουχίσουν το συνεπή αγώνα των λαϊκών μαζών και να σταματήσουν την πορεία τους προς την ολοκλήρωση της βαθιάς εθνικο-δημοκρατικής αλλαγής και για παραπέρα κοινωνική πρόοδο. Η τέτοια πολιτική «ουδετερότητας» είναι αντιδραστική, είναι πολιτική υπεράσπισης του ιμπεριαλισμού, του αποικισμού και του νεοαποικισμού και όχι ουδετερότητας και επομένως οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να την καταγγέλλουν, να αποκαλύπτουν τον πραγματικό χαρακτήρα της και να την καταπολεμούν.
Το συμπέρασμα λοιπόν, και για τη χώρα μας, είναι καθαρό: Ενισχύοντας κάθε τάση αστικών στοιχείων για ουδετερο­ποίηση, που έχει το νόημα της απόσπασης από την επιρροή του ιμπεριαλισμού και της αντιπαράθεσης προς αυτόν, η Αριστερά οφείλει ταυτόχρονα να δείχνει στο λαό τον ανεπαρκή χαρακτήρα μιας τέτοιας πολιτικής, να διακηρύσσει, πως το πραγματικό συμφέρον του τόπου και του λαού βρίσκεται στο πλευρό του συνεπούς αντιιμπεριαλιστικού στρατοπέδου και όχι σε μια «τρίτη» θέση «μεταξύ των δύο κόσμων». Αν, αντίθετα, την τέτοια πολιτική ουδετερότητας των αστικών στοιχείων την κάνει δική της πολιτική, την προβάλλει σα δικό της πρόγραμμα, τότε είναι σα να λέει στους αστούς: Ελάτε να παλαίψουμε μαζί για να απαλλαγούμε από τους δυτικούς και μαζί θα αναταχθούμε και στις επιβουλές των ανατολικών! Αλλά αυτό θα ήταν μια ξεκάθαρα εθνικιστική πολιτική, μια πολιτική πλήρους προσαρμογής και υποταγής της αριστεράς στην πολιτική των αστικών κομμάτων.

Τι σημαίνει λοιπόν, ύστερα απ’ όλα αυτά, να προβάλλεται η πολιτική της ουδετερότητας στο Πρόγραμμα της Ε.Δ.Α., στο Πρόγραμμα της Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής;

Σημαίνει ότι «μια πραγματική δημοκρατική εξουσία... μια δημοκρατική κυβέρνηση που θα στηρίζεται σ’ ένα ευρύτατο συνασπισμό των δημοκρατικών δυνάμεων, των εργατών, των αγροτών, των διανοουμένων, της εθνικής αστικής τάξης», όπως προβλέπει το πρόγραμμα της Ε.Δ.Α., θα ακολουθήσει πολιτική «ουδετερότητας» ή, με άλλα λόγια, ότι όταν η Αριστερά ανέβει στην εξουσία θα σταθεί σε μια τρίτη» θέση «ανάμεσα στους δυο κόσμους»; Αλλά τότε το αριστερό κίνημα της χώρας μας θα αποσπούνταν από το φυσικό του κορμό, το συνεπές παγκόσμιο αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο, στην ουσία θα αντιπαρατασσόταν σ’ αυτό, και μια τέτοια «ουδετερότητα» θα την επικροτούσαν και θα την χαιρετούσαν με όλη τους την καρδιά οι κ.κ. ιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους!

Γίνεται έτσι φανερό το πραγματικό περιεχόμενο της «Εθνικής Δημοκρατικής Αλλαγής», που επαγγέλλεται στο Πρόγραμμά της η Ε.Δ.Α. σαν τελική της επιδίωξη, μα και η προοπτική, που προσφέρει στον τόπο μας και στο λαό μας. Και είναι πολύ χαρακτηριστική και αποκαλυπτική, από την τελευταία αυτή άποψη, η παρακάτω τοποθέτηση του ζητήματος, που έγινε πρόσφατα από την ηγεσία της Ε.Δ.Α.:
   «Μέσα όμως απ’ όλα αυτά τα άμεσα και τα επείγοντα, δεν πρέπει να χάνουμε από τα μάτια τον μεγάλο στόχο της Αριστεράς, του κόμματός μας: Το όραμα της οικονομικής ανάπτυξης με την εκβιομηχάνιση, της πολιτιστικής επαναστάσεως και του συγχρονισμού των θεσμών, αυτά που θα καλύψουν την τεράστια απόσταση που μας χωρίζει από τα προηγμένα κράτη της Ευρώπης και που συνθέτουν το αίτημα για την φιλειρηνική και δημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας, για την εθνική δημοκρατική αλλαγή»(16). (Υ.Σ.).
   Μπαίνει το ερώτημα: ποιο είναι το συγκεκριμένο πρότυπο, που προβάλλεται εδώ; Ποια συγκεκριμένα είναι αυτά τα προηγμένα κράτη; Και με ποιο κριτήριο αντιμετωπίζονται σαν προηγμένα, με το κριτήριο της τεχνικής ανάπτυξης της παραγωγής ή με το κριτήριο του κοινωνικού καθεστώτος της παραγωγής;
  Είναι μήπως τα σοσιαλιστικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης (γιατί όχι και η Σοβιετική Ένωση —είναι κι αυτή «κράτος της Ευρώπης»), που πέτυχαν κιόλας ένα ανώτερο επίπεδο κοινωνικών σχέσεων, κοινωνικής ανάπτυξης — και χάρη ακριβώς στο τέτοιο καθεστώς έφτασαν ένα υψηλό επίπεδο βιομηχανικής ανάπτυξης— και είναι πραγματικά, με την πλήρη έννοια του όρου, προηγμένα; Αλλά τότε έχουμε αυτό το, παράξενο για τους «αδιάλλακτους πολέμιους του σεχταρισμού», σχήμα: η εθνική δημοκρατική αλλαγή θα καλύψει την τεράστια απόσταση που μας χωρίζει (δηλαδή  που έχουμε σήμερα) από τα σοσιαλιστικά κράτη. Πραγματοποιώντας την εθνική δημοκρατική αλλαγή θα έχουμε φτάσει το σημερινό επίπεδο των σοσιαλιστικών κρατών (που έχουν κιόλας στο ενεργητικό τους μια δεκαπεντάχρονη, πάνω - κάτω, πορεία επιτυχούς σοσιαλιστικής οικοδόμησης). Σε μια τέτοια περίπτωση η εθνική δημοκρατική αλλαγή εμφανίζεται σα σοσιαλιστική αλλαγή και η «πάλη κατά του σεκταρισμού» στέφεται, φυσικά με πλήρη επιτυχία!
 Ή μήπως είναι τα βιομηχανικά προηγμένα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης; Ας υποθέσουμε ότι γι’ αυτά πρόκειται κι ας εξετάσουμε πρώτα το ζήτημα από την άποψη της βιομηχανικής ανάπτυξης. Λοιπόν, η εθνική δημοκρατική αλλαγή θα καλύψει την τεράστια απόσταση που μας χωρίζει, ως προς το επίπεδο της βιομηχανικής ανάπτυξης, από τους βιομηχανικούς κολοσσούς της Δυτικής Ευρώπης; Μα αυτό είναι καθαρός παραλογισμός! Πάμε παρακάτω. Γίνεται λόγος, στην παραπάνω θέση της ηγεσίας της Ε.Δ.Α., για «πολιτιστική επανάσταση» και για «συγχρονισμό των θεσμών». Το πρότυπό μας λοιπόν είναι το «πολιτιστικό καθεστώς» και οι «συγχρονισμένοι θεσμοί» (ασφαλώς εδώ θα εννοούνται, πριν απ’ όλα, οι πολιτικοί θεσμοί) των καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης; Αλλά τότε βγαίνει, πως ο «μεγάλος στόχος» της Αριστεράς, το «όραμά» της, είναι η αστική δημοκρατία των χωρών της Δυτικής Ευρώπης, είναι η δημοκρατία εκείνη, που πέταξε στη λάσπη τη σημαία των δημοκρατικών λαϊκών ελευθεριών (τώρα πια δεν της χρησιμεύει σε τίποτα), που άλλοτε, για τους δικούς της πάντα ταξικούς σκοπούς, είχε υψώσει, είναι η δημοκρατία που αντιπροσωπεύει την ωμή καταπίεση του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου σε βάρος του λαού! Και για μια τέτοια δημοκρατία, λοιπόν, «Γενεές ολόκληρες απ’ τους καλύτερους εργαζόμενους του χεριού, του πνεύματος και της επιστήμης εργάστηκαν και θυσιάστηκαν στην κατεύθυνση αυτή»(17);
Αυτά είναι τα φυσιολογικά συγκεκριμένα συμπεράσματα, στα οποία οδηγεί μια πρώτη αντικειμενική εξέταση των θέσεων αυτών της ηγεσίας της Ε.Δ.Α. Αλλά μπαίνει και ένα τελικό ερώτημα: γιατί υπάρχει αυτή η ασάφεια στη θέση αυτή της ηγεσίας της Ε.Δ..Α., γιατί γίνεται λόγος για «προηγμένα κράτη της Ευρώπης» γενικά και ακαθόριστα; Και πού οδηγεί αυτή η αφηρημένη προβολή της «προόδου» γενικά στην Ευρώπη; Η απάντηση είναι καθαρή: οδηγεί στη συγκάλυψη της σημερινής συγκεκριμένης ευρωπαϊκής πραγματικότητας και στην παραμόρφωσή της, οδηγεί στην άρνηση των ριζικών κοινωνικών διαφορών, που υπάρχουν ανάμεσα στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και στα κράτη της Δυτικής Ευρώπης και στην αντίληψη για «κράτη της Ευρώπης» γενικά, δηλαδή στην άρνηση των ριζικών ταξικών διαφορών και αντιθέσεων στο διεθνές πεδίο, και μέσο της μίμησης των «προτύπων», και στο εσωτερικό πεδίο και σε μια ανάλογη γραμμή της συνεργασίας των τάξεων. (Μήπως ακριβώς γι’ αυτό γίνεται λόγος για «συγχρονισμό των θεσμών», δηλαδή για μερικώτερες βελτιώσεις και όχι για ριζικές αλλαγές;). Η ασάφεια λοιπόν υπηρετεί έναν πολύ σαφή σκοπό!

 Τι αξία έχουν, επομένως, τα φουσκωμένα λόγια, οι βροντερές φράσεις; Εδώ μιλούν τα ίδια τα γεγονότα:
Κάτω από τις ηχηρές «επαναστατικές» διακηρύξεις για «έφοδο των μαζών», για «ουσιαστικές δημοκρατικές λύσεις στην Ελλάδα», για «αποφασιστικά κτυπήματα κατά της αντιδραστικής δεξιάς και της πολιτικής της στον τόπο μας», για «ριζικό δημοκρατικό μετασχηματισμό της χώρας μας» κάτω από την απεγνωσμένη, αδέξια και γελοία προσπάθεια να «στηριχθεί» η κατηγορία για «έλλειψη πίστης στις πρωτοπόρες κοινωνικές δυνάμεις, στη δύναμη του κινήματος των μαζών, στην αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων...»(!) σε βάρος των αγωνιστών, που με συνέπεια και σταθερότητα ξεσκεπάζουν τον πραγματικό χαρακτήρα της γραμμής της, κρύβεται ακριβώς η έλλειψη πίστης της ηγεσίας της Αριστεράς, το πνεύμα ηττοπάθειας και συνθηκολόγησης, που τη διέπει στην αντιμετώπιση του ιμπεριαλισμού και των υποτακτικών του. Η θεωρία και η πρακτική των αναρίθμητων «ενδιάμεσων φάσεων», το περίφημο «πρόγραμμα ουσιαστικού εκδημοκρατισμού σε όλους τους τομείς», σημαίνουν στην πραγματικότητα εγκατάλειψη του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα, προσαρμογή στα πλαίσια και στις απαιτήσεις της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, απώλεια της προοπτικής της ανόδου στην εξουσία, περιορισμό των επιδιώξεων του κινήματος σε μερικώτερες βελτιώσεις μέσα στις συνθήκες της αμερικανοκρατίας και της εθνικής υποτέλειας. Όπως τόνισε ο Λένιν: «Να καθορίζει τη συμπεριφορά της από μια κατάσταση σ’ άλλη, να προσαρμόζεται στα γεγονότα της ημέρας, στις μεταβολές των ασήμαντων πολιτικών γεγονότων, να ξεχνάει τα ζωτικά συμφέροντα του προλεταριάτου και τα βασικά χαρακτηριστικά του συνόλου του καπιταλιστικού συστήματος, όλης της καπιταλιστικής εξέλιξης, να θυσιάζει αυτά τα ζωτικά συμφέροντα στο όνομα πραγματικών ή υποτιθέμενων πλεονεκτημάτων της ώρας: αυτή είναι η ρεβιζιονιστική πολιτική»(18)

Άρνηση του ηγετικού ρόλου της Αριστεράς - υποταγή στο Κέντρο.

Ακριβώς αυτή η πολιτική προσδιόρισε και τον προσανατολισμό, στις συνθήκες της κυριαρχίας της αντιδραστικής δεξιάς στη χώρα, για την «πάση θυσία» απομάκρυνση της κυβέρνησης Καραμανλή. Για την ηγεσία της Αριστεράς, το ζήτημα ήταν να επιτευχθεί το δίχως άλλο κυβερνητική «αλλαγή», η μεταβίβαση σε μια κυβερνητική εξουσία, που θα εξασφάλιζε μια κάποια «δημοκρατικοποίηση», δηλ. ένα «ξανάσαμα» από το καθεστώς της απροκάλυπτης φασιστικής τρομοκρατίας και μόνο. Κάθε άλλη προοπτική εξοστρακίσθηκε και τα πάντα υποτάχθηκαν στο «στόχο» αυτό. Ήταν, επομένως, εντελώς φυσιολογικό και αναπόφευκτο, η αντίληψη αυτή να οδηγήσει στην ουσιαστική άρνηση του εξωκοινοβουλευτικού αγώνα των λαϊκών μαζών και στην προσαρμογή σε μια τυπικά «κοινοβουλευτική» τακτική, στην αναζήτηση «λύσεων» σε επίπεδο κορυφών και σε ανάλογους «ελιγμούς».

Ο «θρίαμβος» των κοινοβουλευτικών αυταπατών μετά το 1958 διευκολύνει το νεοφασιστικό εκλογικό πραξικόπημα του 1961.

Οι βουλευτικές εκλογές, που έγιναν το Μάιο του 1958, έφεραν την ΕΔΑ με το 25% των ψήφων και με 79 έδρες στο Κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα αυτό αιφνιδίασε κυριολεκτικά την ηγεσία της Αριστεράς, της ήρθε σαν κάτι το εντελώς αναπάντεχο, σαν κάτι, που ήταν έξω από κάθε πρόβλεψή της. Για όποιον, φυσικά, ήξαιρε να εκτιμά τα πράγματα αντικειμενικά, το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν καθόλου αναπάντεχο. Συνδεόταν με τις επιτυχίες που, παρά τη λαθεμένη γραμμή του, είχε σημειώσει στην προηγούμενη περίοδο το κίνημα και που η «νέα» γραμμή δεν είχε κατορθώσει ακόμα να εξουδετερώσει, συνδεόταν με τη δουλειά και τη δράση των μελών και στελεχών της Αριστεράς, που το «νέο» πνεύμα δεν είχε κατορθώσει ακόμα να επιρρεάσει αποφασιστικά, καθώς και με συγκεκριμένες αντικειμενικές συνθήκες, που επικρατούσαν τότε στη χώρα.
Αλλά ο αιφνιδιασμός της ηγεσίας της Αριστεράς δεν κράτησε πολύ. Με την ικανότητα, που την διακρίνει στις «στροφές», άρπαξε αμέσως την «ευκαιρία» για να διακηρύξει το «θρίαμβο της γενικής πολιτικής γραμμής» της και την επιβεβαίωσή της στην πράξη. Ωστόσο αυτή ακριβώς η πράξη απεκάλυψε την αληθινή ουσία της γραμμής της.
Αντί για μια δραστήρια εξωκοινοβουλευτική, κυρίως, αξιοποίηση του αποτελέματος των εκλογών, με έντονη και ουσιαστική ιδεολογική - πολιτική - οργανωτική δουλειά μέσα στις μάζες και με μια αντίστοιχη αγωνιστική κινητοποίησή τους, η ηγεσία της Αριστεράς προσανατολίζεται, ολοένα και περισσότερο, στην υπερέξαρση του ρόλου του κοινοβουλίου και στην αποκλειστική προβολή του, καλλιεργεί ουσιαστικά στο κόμμα και στις μάζες, την αντίληψη ότι η αλλαγή θα επιτευχθεί με μια «θριαμβευτική επιτυχία» την ημέρα των εκλογών, και αντιμετωπίζει το ζήτημα της οργάνωσης των δυνάμεων της ΕΔΑ ουσιαστικά στη βάση της δημιουργίας ενός «ισχυρού εκλογικού μηχανισμού». Αντί για μια δραστήρια αξιοποίηση των θέσεων, που κατακτήθηκαν στο κοινοβούλιο, στη βάση του συνδυασμού και της στήριξης στην εξωκοινοβουλευτική μαζική πάλη, η ηγεσία της Αριστεράς περιορίζεται σε αυτοεπαίνους για το ρόλο της «αξιωματικής αντιπολίτευσης» και χρησιμοποιεί τη θέση αυτή για μικροπολιτικάντικους συνδυασμούς και ελιγμούς σε «υψηλό επίπεδο», μετατρέπει την Κοινοβουλευτική ομάδα της ΕΔΑ σε μια τυπικά αστική αντιπολιτευτική ομάδα. Είναι ακριβώς η περίοδος του «θριάμβου» των κοινοβουλευτικών θεωριών και αυταπατών στους κόλπους της Αριστεράς. Η ηγεσία της Αριστεράς έχει καταληφθεί από το πνεύμα της επανάπαυσης και μακαριότητας, προσμένοντας τη «μεγάλη μέρα» της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Κι ούτε και από την τρομοκρατική εξόρμηση, που έκανε η δεξιά στις δημοτικές εκλογές του 1959 έβγαλε τα αναγκαία διδάγματα. Και η ημέρα αυτή ήρθε γρήγορα, για να κάνει στάχτη όλα τα ευγενικά όνειρα και τις φρούδες ελπίδες της ηγεσίας της Αριστεράς!
Το νεοφασιστικό εκλογικό πραξικόπημα, που μεθοδικά, αμέσως ύστερα από τις εκλογές του 1958, άρχισαν να προετοιμάζουν οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές και η δεξιά, βρήκε το αριστερό κίνημα ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά αφοπλισμένο και, επομένως, ανέτοιμο να αντιμετωπίσει και αποκρούσει την ωμή επίθεση των αντιδραστικών δυνάμεων. Μέσα στις «προεκλογικές» συνθήκες της αποχαλινωμένης και αφηνιασμένης φασιστικής τρομοκρατίας, η ηγεσία της Αριστεράς, αντί να συνέλθει, και να ακολουθήσει το δρόμο της αποφασιστικής οργάνωσης της λαϊκής αντίστασης και πάλης, γλίστρησε ακόμα πιο μακρυά — εναπέθεσε τις ελπίδες της στο Κέντρο! Αντί για μια έντονη προβολή και ενεργητική παρουσία της ηγετικής φυσιογνωμίας της Αριστεράς, στην πράξη προσανατολίζεται στην ιδέα της ενίσχυσης του Κέντρου για την άνοδό του στην εξουσία, παραγνωρίζοντας εντελώς τον πραγματικό ρόλο του στην πολιτική ζωή της χώρας. Στην όλη προεκλογική δουλειά της Αριστεράς χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η εγκατάλειψη κάθε κριτικής στο Κέντρο, κι ακόμα η προβολή του με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να διαμορφωθεί και να κυριαρχήσει αυτό, που η ηγεσία της Αριστεράς ονόμασε τόσο απαλά «σύγχυση των ορίων μεταξύ Αριστεράς και Κέντρου», στην μετεκλογική της «αυτοκριτική». Στην πραγματικότητα επρόκειτο όχι απλώς για «σύγχυση των ορίων μεταξύ Αριστεράς  και Κέντρου», αλλά για πρόσδεση της Αριστεράς στην ουρά του Κέντρου. Η τροπή αυτή είχε, εξάλλου, προετοιμασθεί ήδη ιδεολογικά με την όλη «δουλειά», που έγινε μετά τη «στροφή» από την ηγεσία της Αριστεράς, στα πλαίσια της «εκρίζωσης του σεκταρισμού» και της εντυπωσιακής προβολής του «πλατιού πνεύματος  της δημοκρατικής συνεργασίας». Το αποτέλεσμα είναι γνωστό —το «πλατύ πνεύμα» διευκόλυνε τον Καραμανλή στο πραξικόπημα, και παρέτεινε για μερικά χρόνια ακόμα την παραμονή του στην εξουσία, ενώ μια σωστή γραμμή θα μπορούσε να είχε οδηγήσει ακριβώς στο αντίθετο!

Η πολιτική πρωτοβουλία στον αντικαραμανλικό αγώνα και η ηγεσία των δημοκρατικών μαζών παραδίνεται στην Ένωση Κέντρου.

Μετά το πραξικόπημα, αντί για μια αποφασιστική στροφή στην οργάνωση και κινητοποίηση των μαζών, στην ηγεσία της Αριστεράς δυνάμωσε ακόμα πιο πολύ η τάση της «ενίσχυσης» του Κέντρου. Και ενώ, μέσα στις συνθήκες, που διαμορφώνονται μετά το πραξικόπημα, οξύνεται η κρίση του καθεστώτος της αμερικανοκρατίας και της εθνικής υποτέλειας και σημειώνεται μια ισχυρή άνοδος των αγωνιστικών διαθέσεων των μαζών, η ηγεσία της Αριστεράς εγκαταλείπει ουσιαστικά τον πρωτοπορειακό της ρόλο και αφήνει την πρωτοβουλία στην Ε.Κ. Η αντίληψη, που κατευθύνει τη δράση της είναι ότι «η αλλαγή περνάει αναγκαστικά από μια εξουσία Κέντρου». Αυτή η γραμμή εφαρμόζεται στην πράξη, κι ας καλύπτεται κάτω από γενικόλογες επίσημες διακηρύξεις για την ανάγκη σχηματισμού μιας «δημοκρατικής κυβερνήσεως» (και μήπως ειπώθηκε ποτέ, ότι αυτή η «δημοκρατική κυβέρνηση» δε θα είναι απλώς κυβέρνηση Κέντρου;) «Να προχωρεί η Ένωση Κέντρου μπροστά και εμείς να την ενισχύουμε». Αυτή η κατεύθυνση ακολουθείται — κατεύθυνση της με κάθε τρόπο και αντί πάσης θυσίας προώθησης της Ε.Κ. στην εξουσία.
Η ηγεσία του Κέντρου από την πλευρά της, εκμεταλλευόμενη τη στάση αυτή της Αριστεράς, προσπαθεί να αξιοποιήσει προς όφελος της τις αντικαραμανλικές αγωνιστικές διαθέσεις των λαϊκών μαζών και κηρύσσει τον «ανένδοτο αγώνα», που συμπληρώνεται με το σύνθημα του «διμέτωπου αγώνα» εναντίον της δεξιάς και της αριστεράς και που σαν ουσιαστικό του περιεχόμενο έχει την ανάδειξη του Κέντρου στην εξουσία στη βάση κυρίως της απορρόφησης, της απόσπασης δυνάμεων από την Αριστερά. Η Αριστερά όχι μόνο δεν απαντά αποφασιστικά, στις επιθέσεις, που εκτοξεύονται εναντίον της από την πλευρά της Ε.Κ. και αναμασάει ένα απλό και «πλατύ» φραστικό σχήμα: «ο διμέτωπος δεν εξυπηρετεί τον αντικαραμανλικό αγώνα», —πράγμα που διευκολύνει τη διάβρωση των δυνάμεών της από την ηγεσία της Ε.Κ.,— αλλά και θριαμβολογεί για τη «συμπαράταξη» των δημοκρατικών δυνάμεων», όταν σε κάποια συγκέντρωση ο Παπανδρέου, για να μην προκαλέσει τις διαμαρτυρίες των συγκεντρωμένων, δεν επιτίθεται κατά της Αριστεράς! Ακολουθεί τότε μια «συνεστίαση» ή «συγκέντρωση στελεχών της Ε.Κ.», όπου ο Παπανδρέου διακηρύσσει το θρίαμβο του «διμέτωπου», το «ακατάσχετο ρεύμα υπέρ της Ε.Κ. που απεκάλυψε η μεγαλειώδης συγκέντρωσις» κ.ο.κ. και τέλος το παράπονο και η «έκφραση λύπης» της ηγεσίας της Αριστεράς: «ο κ. Παπανδρέου δεν ανταποκρίθηκε στο λαϊκό αίσθημα, απογοήτευσε τις δημοκρατικές μάζες» — κι αυτό, φυσικά, όταν «το κακό παραγίνεται» και διαγράφεται κίνδυνος, στην περίπτωση της σιωπής, να εκτεθεί η «ευλύγιστη τακτική συσπείρωσης των δημοκρατικών δυνάμεων», που ακολουθεί η ηγεσία της Αριστεράς! Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια πολύ έξυπνη, —από την άποψη των σκοπών που αυτός επιδιώκει», — αληθινά «ευλύγιστη τακτική συσπείρωσης των δημοκρατικών δυνάμεων» — αλλά κάτω από την ηγεσία της Ε.Κ., που εφαρμόζει ο αρχηγός της. Εκμεταλλεύεται επιτήδεια τον πόθο των μαζών για μια αλλαγή και ποντάροντας στο φόβο μπροστά στις δυσκολίες και στην αδυναμία της ηγεσίας της Αριστεράς την παρασέρνει εκεί, που αυτός θέλει!
Όλες οι βασικές πολιτικές πρωτοβουλίες παίρνονται από την Ε.Κ., ενώ η Αριστερά κρατάει για τον εαυτό της τη δεύτερη θέση, τη θέση του ουραγού. Όχι μόνο στη Βουλή αλλά και έξω απ’ αυτή. Η στάση της σ’ όλο αυτό το διάστημα καθορίζεται από το τι θα κάμει το Κέντρο και η­ πορεία της είναι, στην πράξη, πορεία παρακο­λού­θησης του Κέντρου. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις είναι πρωτοβουλία του Κέντρου και οι άλλες κινητοποιήσεις, — ελάχιστες εξάλλου, — οργανώνονται και κατευθύνο­νται από την Αρι­στερά, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, όταν και η Ε.Κ. προχωρεί μπροστά. Είναι πολύ ενδεικτικό το γεγονός, ότι ακόμα και στα φραστικά σχήματα, η ηγεσία της Αριστεράς επαναλαμβάνει απλώς, σαν ηχώ, τα ευρήματα του Παπανδρέου: «ανένδοτος αγώ­νας», «συμμορία» κ.α. Στέρεψε λοιπόν τόσο πολύ η «δε­ξα­μενή των επι­χειρημάτων» της ηγεσίας της Αριστεράς ή μήπως επρόκειτο για μια σκόπιμη τακτική, τακτική απόκρυψης της φυσιογνωμίας της Αριστεράς και εγκα­τά­λειψης του ηγετικού της ρόλου, έτσι ώστε «να μπούμε στην ψυχολογία των μαζών», «να μη τρομάξουμε τους αστούς», «να μη δώσουμε όπλα στη δεξιά» κ.ο.κ.; Είναι και τα δυο μαζί, και η πηγή τους μια: το κατρακύλισμα στο δρόμο του συμβιβασμού και της υποταγής στην αστική τάξη, στο δρόμο του οππορτουνισμού και της απάρνησης των πραγ­ματικών συμφερόντων του κινήματος και του λαού. 

Το πνεύμα συνθηκολόγησης και ηττοπάθειας οδηγεί στον ευνουχισμό του μεγάλου κινήματος των λαϊκών μαζών που ξεσηκώθηκαν μετά τη στυγερή δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. 

Μέσα στις συνθήκες αυτές διαπράττεται η στυγερή δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Οι ξένοι ιμπε­ρια­λι­στές και οι πράκτορές τους στην Ελλάδα οργάνωσαν και πραγ­­ματοποίησαν τη δολοφονία του μαχητή Λαμπράκη, για να χτυπήσουν και λυγίσουν το αγωνιστικό φρόνημα του λαού μας, για να ανακόψουν τους αγώνες του και να επιβάλουν στη χώρα μας ένα ακόμα πιο στυγνό φασιστικό καθεστώς εξυπηρέτησης των συμφερόντων τους. Αλλά πέτυχαν ακριβώς το αντίθετο. 
Η δολοφονία του Λαμπράκη προκάλεσε την ακόμα πιο έντονη αντίδραση του λαού. Ένα ορμητικό κύμα οργής και αγανάκτησης κατέκλυσε όλη τη χώρα, — και όλο τον κόσ­μο, — που γρήγορα άρχισε να μετατρέπεται σε ένα μεγάλο κίνημα των λαϊκών μαζών για τη συντριβή του ξενόδουλου φασιστικού καθεστώτος και την άμεση ανατροπή της κυβέρνησης Καραμανλή. Οι αγωνιστικές διαθέσεις του λαού, που μετά το πραξικόπημα είχαν οξυνθεί,  διαμορφώνονταν σε μια χωρίς προηγούμενο, για τα τελευταία χρόνια, κίνηση δραστηριοποίησης των μαζών και έλξης τους προς την Αριστερά. Γιατί οι μάζες αντιλαμβάνονταν, πως ακριβώς το αριστερό κίνημα, το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πραγματοποίηση των σχεδίων των ξένων ιμπεριαλιστών και των ντόπιων υποτακτικών τους, ήταν ο στόχος. 
Πώς όμως αντιμετώπισε την κατάσταση η ηγεσία της Αριστεράς;
Η κηδεία του Λαμπράκη ήταν, ουσιαστικά, μια τεράστια πολιτική εκδήλωση της Αριστεράς. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, που πήραν μέρος σ’ αυτήν, ήρθαν για την Αριστερά. Ήταν ακριβώς στιγμές αποκατάστασης και ανανέωσης των δεσμών του λαϊκού κινήματος με τον πλατύ κόσμο της μεγαλειώδους Εθνικής μας Αντίστασης και των κατοπινών ηρωικών αγώνων. Η ηγεσία όμως της Αριστεράς  την εμφάνισε σα μια «πολιτισμένη εκδήλωση» όλων των δημοκρατικών πολιτών ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Ήταν, όπως έγραψε η «Αυγή», οι «εκατοντάδες χιλιάδες δεξιών, κεντρώων και αριστερών, που συνόδευσαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη στην τελευταία του κατοικία» (Υ.Σ.) Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, πως η δολοφονία του Λαμπράκη συγκίνησε όχι μόνο τους αριστερούς, αλλά και τη μάζα των κεντρώων και τους φιλήσυχους μα παρασυρμένους στη δεξιά ανθρώπους. Και είναι πασίγνωστο, πως στην κηδεία του Λαμπράκη πήραν μέρος και ορισμένοι δεξιοί, και πολλοί κεντρώοι. Το να ισχυρίζεται όμως κανείς, πως ήταν μια πολιτισμένη εκδήλωση «δεξιών, κεντρώων και αριστερών» (γιατί αυτή η «σειρά», μήπως για να μη τρομάξει η αντίδραση;) σημαίνει να συγκαλύπτει και να διαστρέφει την πραγματικότητα, να αρνείται να αξιοποιήσει τη δύναμη, που  οι ίδιες οι μάζες του προσφέρουν, και να προσπαθεί να τις εκτρέψει από το δρόμο του αγώνα και να τις «προσαρμόσει» στην Καραμανλική «νομιμότητα»! Κι αυτό ακριβώς απεκάλυψε η όλη προετοιμασία και η πορεία της κηδείας. 
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της κηδείας η ηγεσία της ΕΔΑ κυριαρχούνταν όχι από την επιδίωξη να οργανωθεί μια αποφασιστικής σημασίας αγωνιστική εκδήλωση των λαϊκών μαζών, αλλά από το φόβο μη δημιουργηθούν «έκτροπα», που να επιδράσουν «αρνητικά» στο φρόνημα του λαού, να δώσουν «πατήματα» στην κυβέρνηση και να δυσκολέψουν έτσι την κατάσταση! Κι αυτή ακριβώς η ψυχολογία καθόρισε και τις «προβλέψεις» της σχετικά με τη λαϊκή συμμετοχή στην κηδεία: οι πιο «αισιόδοξες» απ’ αυτές την ανέβαζαν σε μερικές δεκάδες χιλιάδες. Να γιατί η κατεύθυνση που έδωσε από πριν ήταν να αποφευχθούν οπωσδήποτε τα αντικυβερνητικά συνθήματα και τα αφηρημένα συνθήματα περί δημοκρατίας να περιορισθούν στο χώρο του Νεκροταφείου! Να γιατί έφτασε στο επαίσχυντο σημείο της συμφωνίας με τα όργανα του Καραμανλικού καθεστώτος ώστε να αναλάβουν στελέχη της ΕΔΑ την τήρηση της τάξης στη διάρκεια της κηδείας! Αλλά αυτό εσήμαινε παραδοχή του ότι η «διατάραξη της τάξης», τα «έκτροπα», σε όλη την προηγούμενη περίοδο, οφείλονταν στην Αριστερά και όχι στην ωμή βία με την οποία αντιμετώπιζε η ξενόδουλη Καραμανλική κυβέρνηση τις δίκαιες απαιτήσεις των μαζών! Εσήμαινε ανάληψη συγκεκριμένων υποχρεώσεων απέναντι στην αιμοσταγή Κυβέρνηση για συγκράτηση της λαϊκής ορμής κατά τη διάρκεια της κηδείας και περιορισμό της στα πλαίσια που ήθελε ο Καραμανλής! 
Και ήρθε η μεγαλειώδης, λαϊκή και αγωνιστική πλημμυρίδα, που κατέκλυσε και συγκλόνισε την Αθήνα. Τι έκανε τότε η ηγεσία της ΕΔΑ; Ξαφνιάστηκε, τρόμαξε, περιήλθε σε αληθινή σύγχυση. Αυτό πρόδιδε η απεγνωσμένη προσπάθεια να τηρηθεί η από τα πριν καθορισμένη «κατεύθυνση», κι όταν ο λαός ανέτρεψε την «κατεύθυνση» διαδηλώνοντας βροντερά, η προσπάθεια να αποφευχθεί κάθε «πρόκληση» προς την κυβέρνηση και τέλος οι εκκλήσεις των μελών της ΕΕ προς τα γεμάτα μαχητικό παλμό λαϊκά πλήθη «να διαλυθούν ήσυχα», «δείχνοντας και με τον τρόπο αυτό τη μεγάλη δύναμη της Δημοκρατίας»(!) και οι διακηρύξεις ότι «η Δημοκρατία ενίκησε». Ναι! οι δημοκρατικές μάζες έδωσαν μια νικηφόρα μάχη εναντίον της φασιστικής καραμανλικής «νομιμότητας», και την έδωσαν παρά και ενάντια στα εμπόδια, που η ίδια η ηγεσία τους όρθωσε μπροστά τους, και θα μπορούσαν εκείνη την ημέρα ή εκείνες τις ημέρες να επιβάλουν την άμεση ανατροπή του Καραμανλή και την κυριαρχική ηγετική παρουσία της Αριστεράς στο κίνημα των λαϊκών μαζών και στις πολιτικές εξελίξεις του τόπου, δημιουργώντας προϋποθέσεις για ουσιαστικές αλλαγές στην κατάσταση, αν η ηγεσία της Αριστεράς δεν είχε κατρακυλήσει τόσο πολύ και τόσο «μακροπρόθεσμα» στο δρόμο του οππορτουνισμού!
Και η Ε.Κ. τι έκανε; Ο Παπανδρέου, που ήδη προπορευόταν και πλειοδοτούσε στην καταγγελία του εγκλήματος, κάλεσε το λαό να πάρει μέρος στην κηδεία, κατέβηκε και ο ίδιος θεαματικά στην κηδεία και, σε συνέχεια, με μια σειρά επιδέξιους χειρισμούς κατόρθωσε να μεταστρέψει το ρεύμα αυτό των μαζών σε ρεύμα υπέρ της Ε.Κ. και του ίδιου προσωπικά. Τι έλεγαν τις μέρες εκείνες χιλιάδες οπαδοί της Αριστεράς, μέλη αλλά και στελέχη της ακόμα; Μπράβο Παπανδρέου! Έτσι επιβεβαιώθηκε, για άλλη μια φορά, η φήμη του Παπανδρέου σαν του ικανότερου αστού πολιτικού στο να παγιδεύει και να ευνουχίζει το συνεπές κίνημα των μαζών, σε συνθήκες όπου η ηγεσία της Αριστεράς απαρνείται το δικό της ρόλο! 
Όλα τα παραπάνω καθόρισαν το γεγονός, ότι ενώ τελικά η λαϊκή ορμή επέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή, στην εξουσία ανήλθε μια νέα αντιδραστική κυβέρνηση της δεξιάς —η κυβέρνηση Πιπινέλη.

(Ακολουθεί το 4ο μέρος)


6ο Συνέδριο Μ-Λ ΚΚΕ


Μακρόνησος 1947 - 2017