Για μια πραγματική αναγέννηση του κινήματος και της Ελλάδας (μέρος 4ο)

Δημοσιεύτηκε στις: 15, Μαρ 2014


Διαβάστε επίσης:

Τελευταία άρθρα την ενότητα

» Το βίντεο από την κεντρική εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης

» Εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης στη Θεσσαλονίκη

» Πολιτικές εκδηλώσεις για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης

» Πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την έκδοση της Αναγέννησης

» 50 χρόνια Αναγέννηση Μια σπουδαία παρακαταθήκη για το κομμουνιστικό κίνημα

» Ψηλά τη σημαία του συνεπούς αντιιμπεριαλιστικού αγώνα

» 50χρονα της «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ»

» Το ξεδίπλωμα του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα

» Για μια πραγματική αναγέννηση του κινήματος και της Ελλάδας (μέρος 4ο)

» Για μια πραγματική αναγέννηση του κινήματος και της Ελλάδας (μέρος 3ο)

Άρθρα με λέξεις κλειδιά

μ-λ κίνημα  

Αναγέννηση  

Μια αντιφατική τακτική απέναντι στην Κυβέρνηση Πιπινέλη. 

Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Πιπινέλη, ήταν μια προσπάθεια των ξένων ιμπεριαλιστών και της ξενόδουλης πλουτοκρατικής ολιγαρχίας να κλείσουν το δρόμο, που άνοιγε η λαϊκή πάλη, μια απόπειρα να ανακόψουν τη λαϊκή ορμή, να ευνουχίσουν το κίνημα και την απαίτηση των μαζών για ριζική αλλαγή στην κατάσταση με την απατηλή προσφορά της «υπηρεσιακής κυβέρνησης» και των «ελευθέρων εκλογών» και να επιβάλουν ένα νέο εκλογικό πραξικόπημα. Το χρέος μιας συνεπούς ηγεσίας του κινήματος ήταν όχι απλώς να καταγγείλει τον ψευδοϋπηρεσιακό χαρακτήρα της κυβέρνησης Πιπινέλη αλλά, αντίθετα να χρησιμοποιήσει αυτή την καταγγελία  για την ανάπτυξη μιας δραστήριας και αποφασιστικής δουλειάς μέσα στις μάζες, έτσι ώστε όχι μόνο να μην ανακοπεί αλλά να δυναμώσει ακόμα πιο πολύ η λαϊκή ορμή και πάλη και να επιβάλει τις λύσεις εκείνες, που η κατάσταση η ίδια επέτρεπε και απαιτούσε τη στιγμή εκείνη.

 

Τι έκανε η ηγεσία της ΕΔΑ; Ακολούθησε μια αντιφατική τακτική απέναντι στην κυβέρνηση Πιπινέλη, μια τακτική, που σα βάση της είχε την ουσιαστική παραγνώριση του λαϊκού παράγοντα. Από τη μια πλευρά κατήγγειλε την κυβέρνηση Πιπινέλη, και από την άλλη διακήρυσσε επίσημα, από το βήμα της Βουλής, τη θέση ότι ορισμένοι υπουργοί της κυβέρνησης Πιπινέλη «...και υπό καλών προθέσεων εμφορούνται και προσήλωσιν εις την δημοκρατικήν νομιμότητα έχουν...»(19). Προβάλλοντας μέχρι τέλους σχεδόν την αντίληψη αυτή ευθυγραμμιζόταν με την ηγεσία και τον τύπο της Ε.Κ. και έσπερνε την επανάπαυση στις μάζες, καλλιεργούσε την αυταπάτη ότι η πτώση της κυβέρνησης Πιπινέλη θα πραγματοποιούνταν με ρήγμα από τα μέσα της και όχι με την πίεση της λαϊκής πάλης. 

Ο αλλοπρόσαλλος οππορτουνιστικός χειρισμός του ζητήματος της αποχής χαντακώνει τη συνεργασία των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
 
Μέσα σε ένα κλίμα ρίχνει ο Παπανδρέου το σύνθημα της «μαχητικής αποχής», που από την πρώτη στιγμή πιάνει και όλο και πιο γοργά επεκτείνεται στις μάζες. Πώς το αντιμετώπισε η ηγεσία της Αριστεράς; Στην αρχή σιώπησε, και όταν πια το σύνθημα της αποχής έγινε ρεύμα αποφάσισε να μιλήσει για να το απορρίψει με μια σειρά αντιφατικά επιχειρήματα.
Προβλήθηκε, πρώτα, το επιχείρημα ότι η αποχή είναι γενικά μια παθητική μορφή πάλης, «φυγομαχία». Και έγινε επίκληση μάλιστα και της πείρας του διεθνούς κινήματος! Αλλά ακριβώς αυτή η διεθνής πείρα, με τη γνήσια και ορθή έννοια, δείχνει πως δεν υπάρχουν μορφές πάλης γενικά παθητικές και γενικά ενεργητικές. Ο ενεργητικός χαρακτήρας μιας μορφής πάλης καθορίζεται, πριν απ’ όλα από το σωστό τρόπο χρησιμοποίησής της και την ανταπόκρισή της σε συγκεκριμένες συνθήκες. Κι αυτό ισχύει και για την αποχή, όπως το απέδειξε και η διεθνής πείρα. Σε συνέχεια, αφού παραμερίστηκε το επιχείρημα αυτό,  προβλήθηκε η θέση ότι «...εμείς δεν είμαστε, για λόγους αρχής, εναντίον της (της αποχής), αλλά για λόγους που προκύπτουν από την εκτίμηση της σημερινής στιγμής... Αποχή εξάλλου σημαίνει αναζήτηση διεξόδου για τη Δημοκρατία έξω από την εκλογική διαδικασία. Και τότε το ερώτημα είναι: Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα;»(20). Εδώ είναι έκδηλος ο δογματικός τρόπος αντιμετώπισης του ζητήματος, ο δογματικός παραλληλισμός με άλλες συνθήκες και η εξίσου δογματική ταύτιση της αποχής με μια συγκεκριμένη εξέλιξη και προοπτική («Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα;» - Υ.Σ.). Αποχή δε σημαίνει αναπόφευκτα μια τέτοια εξέλιξη και προοπτική, κι αυτό, επίσης, το επιβεβαιώνει η πείρα. Η διακήρυξη, από την άλλη πλευρά, ότι «αποχή»... σημαίνει αναζήτηση διεξόδου για τη Δημοκρατία έξω από την εκλογική διαδικασία» ισοδυναμεί με τυφλή προσήλωση σε οποιαδήποτε «εκλογική» διαδικασία και όχι με γνήσια προσήλωση στην ιδέα της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης, η οποία υπονομεύεται, ακριβώς μ’ αυτή την αντίληψη και την ανάλογη πρακτική κατεύθυνση, ισοδυναμεί με απροκάλυπτη άρνηση της σημασίας και του ρόλου της εξωκοινοβουλευτικής μαζικής πάλης. Ακόμα πιο καθαρά επιβεβαιώνεται το τέτοιο συμπέρασμα με την ακόλουθη διατύπωση - θέση της ηγεσίας της ΕΔΑ: «Λένε, σαν επιχείρημα υπέρ της αποχής, ότι οι μονόπλευρες Βουλές είναι βραχύβιες. Σωστό. Διαρκούν όμως όπως έδειξε η πείρα του 1924 και του 1935 κάμποσους μήνες ή χρόνια. Στο διάστημα αυτό σε ποιανού χέρια θα βρίσκεται η εξουσία, χωρίς μάλιστα αντιπολίτευση και καταγγελία; Και μπορεί να περιμένει κανείς ότι στο διάστημα αυτό θα έχει δισταγμούς για να ανασυντάξει το κράτος του τρόμου; Και τότε θα 'χουμε να ξαναρχίσουμε από την αρχή τον αγώνα;»(21) (Υ.Σ.)
Μπαίνει το ερώτημα: Πρώτο, τι εσήμαινε η διατύπωση «κράτος του τρόμου;» Εσήμαινε τον συγκεκριμένο κρατικό μηχανισμό της δεξιάς; Αλλά τότε η διατύπωση «για να ανασυντάξει το Κράτος του τρόμου» υποδήλωνε ότι ο κρατικός μηχανισμός της δεξιάς είχε κιόλας αλλάξει και υπήρχε κίνδυνος ανασύνταξής του στο μέλλον. Ισοδυναμούσε μ’ άλλα λόγια με εξωραϊσμό της πραγματικότητας. Ή μήπως εσήμαινε το κλίμα του τρόμου, το «ηθικό του λαού»; Αλλά τότε η διατύπωση «για να ανασυντάξει το κράτος του τρόμου», υποδήλωνε πλήρη παραγνώριση του ρόλου του λαϊκού κινήματος στη διαμόρφωση του ηθικού των λαϊκών μαζών, ισοδυναμούσε με διακήρυξη ότι η αντίδραση έχει τη δυνατότητα, ανεξέλεγκτα και ανεμπόδιστα, να τρομοκρατεί το λαό και να του εμπνέει το φόβο. Δεύτερο, τι εσήμαινε η διατύπωση «στο διάστημα αυτό σε ποιανού χέρια θα βρίσκεται η εξουσία, χωρίς μάλιστα αντιπολίτευση και καταγγελία;» Εδώ το νόημα είναι καθαρό: Εσήμαινε την αποκλειστική προσήλωση στην κοινοβουλευτική αντιπολίτευση και την πλήρη άρνηση της εξωκοινοβουλευτικής αντίστασης και πάλης, αφού διακήρυσσε, πως χωρίς συμμετοχή στη βουλή δε θα υπάρχει αντιπολίτευση και ούτε καταγγελία! Και γίνεται, το νόημα, ακόμα πιο ξεκάθαρο με τη διατύπωση «και τότε θα 'χουμε να ξαναρχίσουμε από την αρχή τον αγώνα» (Υ.Σ.). Ποιον αγώνα όμως, τον αγώνα για την ανατροπή του καθεστώτος της αμερικανοκρατίας και της Εθνικής υποτέλειας ή τον αγώνα για να ξαναμπούμε στη Βουλή και μόνο; Αν πρόκειται για τον πρώτο τότε γιατί «θα 'χουμε να ξαναρχίσουμε;» Διακόπτεται, σταματάει ο αγώνας αυτός με τη συμμετοχή σε μια «Βουλή» —προϊόν φασιστικού πραξικοπήματος; Η θέση αυτή, έχοντας σαν πυρήνα την αντίληψη ότι αγώνας μόνο μέσα στη Βουλή γίνεται, αντιμετωπίζει ταυτόχρονα την αποχή απλώς σα μια πράξη μη συμμετοχής στις εκλογές, δηλαδή πραγματικά σα μια γενικά παθητική μορφή πάλης ενώ η αποκλειστική προσήλωση στην κοινοβουλευτική δουλειά και στην οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία είναι ενεργητικός αγώνας!).
Μα υπήρξε και το «μεγάλο» επιχείρημα: «Γιατί αποχή και όχι μέτωπο;» Στην επιζήμια και ανακόλουθη θέση της ηγεσίας του Κέντρου «όχι συνεργασία αλλά αποχή» αντιτασσόταν η λαθεμένη και αντιφατική θέση «όχι αποχή αλλά συνεργασία»: «Κατά την άποψη της ΕΔΑ, σήμερα γίνεται όλο και πιο φανερό ότι η αποτελεσματική τακτική του αγώνος δεν είναι η αποχή, η οποία δεν λύνει κανένα πρόβλημα, αλλά η εκλογική συνεργασία...»(22). Η σωστή θέση, φυσικά, ήταν να επιδιωχθεί επίμονα και σταθερά η συνεργασία, χωρίς να αποκλεισθεί καμιά μορφή πάλης, ούτε επομένως και η αποχή, εφόσον θα την επέβαλαν τα ίδια τα πράγματα. Αλλά η ηγεσία της ΕΔΑ προκειμένου να αποφύγει την προοπτική μιας αποχής από τις «εκλογές», που ετοίμαζε ο Πιπινέλης, έφτασε να αρνηθεί την ίδια τη συνεργασία!

Πραγματικά, σε μια ορισμένη στιγμή, η Ε.Κ. εγκατέλειψε τη θέση «όχι συνεργασία αλλά αποχή» και άρχισε να προσανατολίζεται στη θέση «συνεργασία και αποχή». Η Ε.Κ. και το κόμμα των Προοδευτικών δέχονταν την από κοινού συνεργασία και προβολή με την ΕΔΑ με την απαίτηση της εξασφάλισης ελευθέρων εκλογών ή την πραγματοποίηση της αποχής σε περίπτωση μη ικανοποίησης των δημοκρατικών αιτημάτων (απομάκρυνση της κυβέρνησης Πιπινέλη κτλ). Ήταν η πρώτη φορά, ύστερα από το 1956, που η υπόθεση της ενότητας και συνεργασίας των κομμάτων της αντιπολίτευσης προωθούνταν τόσο πολύ. Τι θα συνέβαινε αν η ΕΔΑ αποδεχόταν την τέτοια λύση και πρωτοστατούσε σ’ αυτή;

Πρώτο, το σύνθημα της αποχής θα έπαυε να είναι «ένα σύνθημα παθητικό» και θα γινόταν ένα σύνθημα ενεργητικό με τη ζωντανή παρουσία της Αριστεράς και τη στήριξή του στον αγώνα των μαζών και στο ενιαίο μέτωπο των κομμάτων της Αντιπολίτευσης.

Δεύτερο, θα αφαιρούνταν η πρωτοβουλία από τον Παπανδρέου και θα περνούσε στα χέρια της Αριστεράς. Αν ο Παπανδρέου υπαναχωρούσε θα ξεσκεπαζόταν. Και το κύρος της Αριστεράς θα ανέβαινε πιο πολύ, χωρίς αυτό να σημαίνει, πως θα έπρεπε η Αριστερά οπωσδήποτε να προχωρήσει μόνη της σε αποχή.

Τρίτο, η συνεργασία αυτή θα αποτελούσε σοβαρό χτύπημα στη θεωρία του «διμέτωπου αγώνα» και στην τακτική των αντιδημοκρατικών διακρίσεων της ηγεσίας της Ε.Κ. και θα προωθούσε πολύ το όλο θέμα της ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων. Αν πάλι ο Παπανδρέου την έσπαζε στην πορεία, αυτό θα απέβαινε σε βάρος του.

Με μια τέτοια τακτική της ΕΔΑ θα διαγράφονταν δυο προοπτικές. Η πρώτη: άμεση πτώση της κυβέρνησης Πιπινέλη και επίτευξη πολύ μεγαλυτέρων προϋποθέσεων για στοιχειωδώς ελεύθερες εκλογές απ’ αυτές που τελικά επιτεύχθηκαν. Ενιαία κάθοδος στις εκλογές των κομμάτων της Αντιπολίτευσης ή, χωριστή μεν, αλλά με πολύ ανεβασμένο το γόητρο και την επιρροή της Αριστεράς. Η δεύτερη: αν η δεξιά προχωρούσε τελικά σε μονόπλευρες εκλογές, θα είχε να αντιμετωπίσει το κοινό μέτωπο πάλης της Αντιπολίτευσης, που θα διέθετε υπέρ αυτού μια συντριπτική υπεροχή δυνάμεων, τέτοια, που τελικά θα ανέτρεπε το νέο πραξικόπημα και θα επέβαλε πιο σοβαρές αλλαγές, στη βάση της ανάδειξης της Αριστεράς σε καθοριστικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων του τόπου.

Αλλά η ηγεσία της Αριστεράς έτρεφε έναν παθολογικό φόβο μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αποχής, γιατί «οι μονόπλευρες Βουλές είναι βραχύβιες... διαρκούν όμως... κάμποσους μήνες ή χρόνια», δηλαδή γιατί εσήμαινε δυσκολίες και αγώνα, και αδημονώντας για μια οποιαδήποτε «αλλαγή», απέρριψε το σωστό δρόμο, που έδειχνε και απαιτούσε η ζωή. Το αποτέλεσμα ήταν να εμφανισθεί η πτώση του Πιπινέλη σαν έργο του Παπανδρέου και να κορυφωθεί το ρεύμα υπέρ της Ε.Κ. και του Παπανδρέου προσωπικά.

Πιστοποιητικό αμεροληψίας στην παλατιανή Κυβέρνηση Μαυρομιχάλη.

Με την πτώση της κυβέρνησης Πιπινέλη δημιουργούνταν προϋποθέσεις για την επίτευξη σοβαρών κατακτήσεων από πλευράς συνθηκών διεξαγωγής, των εκλογών. Όρος απαραίτητος γι’ αυτό ήταν, φυσικά, η σωστή εκτίμηση της γενικής κατάστασης και όλων των βασικών στοιχείων, που τη συγκροτούσαν, ιδιαίτερα του ρόλου και της πραγματικής αποστολής της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη, και η χάραξη και εφαρμογή, πάνω στη βάση αυτή, μιας ορθής τακτικής από την πλευρά της Αριστεράς.

Τι έκαμε η ηγεσία της ΕΔΑ; Ακολούθησε την ίδια, κι ακόμα χειρότερη, αντιφατική τακτική. Στην αρχή ετήρησε μια στάση αναμονής: «η κυβέρνηση δηλώνει», «ο κ. Μαυρομιχάλης υπόσχεται, κ.τ.λ. χωρίς μια δική της θέση πάνω σ’ αυτά, που «δηλώνει», «υπόσχεται» η κυβέρνηση, σα να χρειαζόταν η «δοκιμασία των λόγων στην πράξη» για να μπορεί η ΕΔΑ να προσανατολίσει το λαό. Ακολούθησαν ύστερα, απότομα, έντονες, αλλά στην ουσία επιφανειακές, καταγγελίες της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη, για να τις διαδεχθεί, το ίδιο απότομα, μια στάση ανοχής και τέλος η «άφεσις αμαρτιών», η εντυπωσιακή προβολή ευχαριστιών και πίστης ότι η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη θα διεξαγάγει «αδιάβλητες εκλογές».

Τις κατακτήσεις, που ο λαός με τον αγώνα του είχε αποσπάσει, η ηγεσία της ΕΔΑ τις έβλεπε, ουσιαστικά, σαν παραχωρήσεις και «χειρονομίες καλής θελήσεως» από την πλευρά της κυβέρνησης Μαυρομιχάλη (ακούγονταν τότε διάφοροι ψίθυροι ότι και τα ανάκτορα ήθελαν να γίνουν ελεύθερες εκλογές!), που τις ανταπέδιδε με την παραπάνω τελική στάση της. Αντί να δει τις κατακτήσεις αυτές σαν απόδειξη των πραγματικών δυνατοτήτων που υπήρχαν τότε για αποφασιστική διεύρυνση των λαϊκών θέσεων, σαν στοιχείο έμπνευσης και προσανατολισμού ακριβώς για την αξιοποίηση των δυνατοτήτων αυτών, άφησε να κυριαρχηθεί από το φόβο μη «δυσκολευθεί» η κατάσταση από μια «σκληρή» τακτική και έστησε πρόθυμο αυτί στις διαδόσεις και τις «έγκυρες πληροφορίες», που διοχετεύονταν από την πλευρά ορισμένων παραγόντων της Ε.Κ., για «εγγυήσεις ότι ο Μαυρομιχάλης θα κάμει άψογες εκλογές». Αυτό αναπόφευκτα οδήγησε στην εξασθένηση της πίεσης, στην ουσιαστική αχρήστευση του λαϊκού, μαζικού παράγοντα. Και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην απώλεια της δυνατότητας για απόσπαση μεγαλυτέρων κατακτήσεων και για δημιουργία προϋποθέσεων πολύ διαφορετικής εξέλιξης των πραγμάτων στην παραπέρα πορεία, μετά την απομάκρυνση της δεξιάς από την εξουσία. Και αξίζει να αναφερθεί εδώ η θέση, που διακηρύχθηκε επίσημα, από το βήμα της Βουλής, αμέσως μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1963, ότι «η επιβολή νέου εκλογικού συστήματος, γνησίας υπηρεσιακής και όρων για στοιχειωδώς ελεύθερες εκλογές (Στην τελική ομιλία του Ν. Καρρά στη Δ' Σύνοδο της Δ.Ε. της ΕΔΑ σημειώνεται, πως εξασφαλίστηκαν ελεύθερες εκλογές. Τι ήταν τέλος πάντων ελεύθερες ή στοιχειωδώς ελεύθερες αυτές οι εκλογές, κατά την άποψη της ηγεσίας της ΕΔΑ;)... δεν παρεχωρήθησαν από κανένα αλλά επεβλήθησαν από το λαό, από τις δημοκρατικές δυνάμεις»(23). (Υ.Σ.).

Λοιπόν, εδώ έχουμε μια ανοιχτή διακήρυξη, ότι η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη υπήρξε μια γνήσια υπηρεσιακή κυβέρνηση, αυτή είναι η ουσία της διατύπωσης - θέσης της ηγεσίας της ΕΔΑ. Βέβαια, ίσως προβληθεί ο ισχυρισμός ότι εδώ υπογραμμίζεται ο ρόλος του λαϊκού παράγοντα, αναφέρεται ότι αυτά «επεβλήθησαν από το λαό» κ.τ.λ. Ένας τέτοιος, ισχυρισμός θα έκανε απλώς πιο λαθεμένη τη θέση. Και ο λόγος είναι φανερός. Η διατύπωση γνήσια υπηρεσιακή αναφέρεται κατευθείαν στη φύση της κυβέρνησης, και η φύση αυτή δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να μεταβληθεί. Η πάλη του λαού μπορούσε να εξαναγκάσει την κυβέρνηση σε συγκεκριμένες παραχωρήσεις, σε λήψη ορισμένων μέτρων, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να μετατρέψει τη «νέα κυβέρνηση Δόβα» σε «γνήσια υπηρεσιακή»! Γίνεται επομένως φανερό πως κάτω από την «προβολή» του λαϊκού παράγοντα προβάλλεται, ουσιαστικά, μια θέση γενικής σημασίας, η θέση ότι μπορεί να αλλάξει ή άλλαξε η φύση του αστικού κράτους, πράγμα που βρίσκεται σε πλήρη «αρμονία» με τη γενική πολιτική και την τακτική της Αριστεράς. Κι ακριβώς μ’ αυτό το πνεύμα αντιμετωπίσθηκε η κυβέρνηση Μαυρομιχάλη — μια αντιδραστική παλατιανή κυβέρνηση, που είχε κληθεί να εκπληρώσει το «δύσκολο έργο» της εκτροπής των λαϊκών μαζών από το σωστό δρόμο της συνεπούς πάλης και της κατεύθυνσής της στα πλαίσια και στην επιρροή των λεγομένων «εθνικοφρόνων κομμάτων». Η διακήρυξη ότι η Κυβέρνηση Μαυρομιχάλη υπήρξε γνήσια υπηρεσιακή εσήμαινε, εξάλλου, πως αυτή απολάμβανε της πλήρους εμπιστοσύνης της ΕΔΑ. Έτσι, στις συνθήκες όπου η χώρα προχωρούσε πια στις εκλογές, η ηγεσία της ΕΔΑ ευθυγραμμίστηκε ολοκληρωτικά με την ηγεσία της Ε.Κ., που κι αυτή επίσης διαδήλωνε την πλήρη εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση Μαυρομιχάλη. 

Αναφορές

( 1)   «Το Πρόγραμμα της ΕΔΑ». Εγκρίθηκε από το Α' Πανελλαδικό Συνέδριο της ΕΔΑ, 1959. 'Έκδοση1960.

( 2)   Η σημερινή κατάσταση και τα νέα καθήκοντα του κόμματος. Εισήγηση της Ε.Ε. (Λ. Κύρκος) στην ΣΤ' Σύνοδο της Δ.Ε. της ΕΔΑ, «Αυγή», 12 Μαΐου 1964.

( 3)   Στο ίδιο κείμενο.

( 4)   Στο ίδιο κείμενο.

( 5)   Λ. ΚΥΡΚΟΥ: Εισήγηση στην ΣΤ' σύνοδο της Δ.Ε. της ΕΔΑ, «Αυγή», 12 Μαΐου 1964.

( 6)   Στο ίδιο κείμενο.

( 7)   Στο ίδιο κείμενο.

( 8)   Στο ίδιο κείμενο.

( 9)   Απόφαση της ΣΤ' συνόδου της Δ.Ε. της ΕΔΑ, «Αυγή», 19 Μαΐου 1964.

(10) «Το πρόγραμμα της ΕΔΑ», εγκρίθηκε από το Α’ Πανελλαδικό Συνέδριο της ΕΔΑ, το 1959. Έκδοση 1960.

(11) Λ. ΚΥΡΚΟΥ. Λόγος στη συγκέντρωση του «Κεντρικού» 22 Σεπτεμβρίου 1964, «Αυγή», 23 Σεπτεμβρίου 1964.

(12) Ν. ΚΑΡΑ, Έκθεση στην Δ' Σύνοδο της Δ.Ε. της ΕΔΑ, «Αυγή», 27 Νοεμβρίου 1963 και επίσης:  απόφαση της Δ' Συνόδου της ΔΕ της ΕΔΑ, «Αυγή» 30 Νοεμβρίου 1963.

(13)Α. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Η Κύπρος στο κορύφωμα της κρίσης», «Ελληνική Αριστερά», αρ. 13,  Αύγουστος 1964.

(14) Η. ΗΛΙΟΥ: Εισήγηση στο Α' Συνέδριο της ΕΔΑ (1959) για το Πρόγραμμα Εθνικής Δημοκρατικής  Αλλαγής. «Το Πανελλαδικό Συνέδριο της ΕΔΑ», Έκδοση 1960.

(15) Η. ΗΛΙΟΥ: Λόγος στη Βουλή (21.12.63) πάνω στις προγραμματικές δηλώσεις της Κυβέρνησης της Ε.Κ.  «Αυγή», 24 Δεκεμβρίου 1963.

(16) Λ. ΚΥΡΚΟΥ: Λόγος στη συγκέντρωση του «Κεντρικού», 11 Δεκεμβρίου 1963, «Αυγή», 12 Δεκεμβρίου1963.

(17) Λ. ΚΥΡΚΟΥ: Λόγος στη συγκέντρωση του «Κεντρικού», 11 Δεκεμβρίου 1963, «Αυγή» 12 Δεκεμβρίου1963.

(18) Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: «Ο Καρλ Μαρξ και η θεωρία του», Ελλ. Έκδοση 1956.

(19) Η. ΗΛΙΟΥ: Λόγος στη Βουλή, 25 Ιουνίου 1963, «Αυγή», 26 Ιουνίου 1963

(20) Λ. ΚΥΡΚΟΥ, «Το 1963 δεν είναι 1961», «Αυγή», 15 Σεπτεμβρίου 1963.

(21) Η. ΗΛΙΟΥ, Λόγος στη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης 8 Σεπτεμβρίου 1963, «Αυγή» 10 Σεπτεμβρίου 1963.

(22) «Αυγή», 15 Σεπτεμβρίου 1963.

(23) Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΉ, λόγος στη Βουλή, 22 Δεκεμβρίου 1963, «Αυγή», 24 Δεκεμβρίου 1963


6ο Συνέδριο Μ-Λ ΚΚΕ


Μακρόνησος 1947 - 2017