Τα άμεσα πολιτικά μας καθήκοντα - Να δυναμώσουμε το μέτωπο απόκρουσης της αντιλαϊκής πολιτικής(μέρος Ι)

Δημοσιεύτηκε στις: 23, Μαϊ 2018


Διαβάστε επίσης:

Τελευταία άρθρα την ενότητα

» ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΟΥ 6ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

» Παρουσίαση των Θέσεων της ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ προς το 6ο Συνέδριο από τον σ. Αντώνη Παπαδόπουλο

» Η εναρκτήρια ομιλία του σ. Πέτρου Κουφοβασίλη στο 6ο Συνέδριο

» Χαιρετισμός του ΚΚΕ(μ-λ) στην εναρκτήρια εκδήλωση του 6ου συνεδρίου του Μ-Λ ΚΚΕ

» Ολοκληρώθηκε το 6ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ

» Τα άμεσα πολιτικά μας καθήκοντα - Για την ειρηνική και σταθερή επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων (μέρος ΙΙ)

» Τα άμεσα πολιτικά μας καθήκοντα - Να δυναμώσουμε το μέτωπο απόκρουσης της αντιλαϊκής πολιτικής(μέρος Ι)

» Εκδηλώσεις του Μ-Λ ΚΚΕ το επόμενο τριήμερο

» Εσωτερική πολιτική κατάσταση - Οκτώ χρόνια μνημονιακής, καπιταλιστικής βαρβαρότητας για το λαό (μέρος 2ο)

» Εσωτερική πολιτική κατάσταση - Οκτώ χρόνια μνημονιακής, καπιταλιστικής βαρβαρότητας για το λαό(μέρος 1ο)

Να δυναμώσουμε το μέτωπο απόκρουσης της αντιλαϊκής πολιτικής ενισχύοντας τον μαζικό εξωκοινοβουλευτικό αγώνα και καταπολεμώντας τις πολιτικές κατευθύνσεις που τον υπονομεύουν

31. Η ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όχι μόνο δεν σήμανε το σταμάτημα ή πολύ περισσότερο την αναίρεση των εξοντωτικών μέτρων που επιβλήθηκαν στον ελληνικό λαό από τις προηγούμενες κυβερνήσεις με τα μνημόνια, αλλά αντίθετα επέφερε τη διατήρηση και επέκτασή τους με το τρίτο μνημόνιο, ενώ στον ορίζοντα προβάλλουν νέα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί για την εργατική τάξη και το λαό της χώρας μας είναι ασφυκτική. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι έχασαν τη δουλειά τους και πολλές χιλιάδες νέοι σπρώχτηκαν στη μετανάστευση. Οι μισθοί, οι συντάξεις, τα εργασιακά δικαιώματα τσακίστηκαν. Τα λαϊκά εισοδήματα φορολεηλατούνται, οι δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές (υγεία, ασφαλιστικό και προνοιακό σύστημα, παιδεία) κατεδαφίζονται. Οι λαϊκές κατοικίες κατάσχονται, η δημόσια περιουσία εκποιείται σωρηδόν. Μέσα σ’ αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα, αναδύεται σαν κεντρικό λαϊκό αίτημα η ανάσχεση της μνημονιακής λαίλαπας. Προβάλλει η ανάγκη για ένα πανεργατικό-παλλαϊκό μέτωπο που θα διεξάγει αποφασιστική και αποτελεσματική μαζική πάλη για την απόκρουση και ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής κυβέρνησης – ΕΕ - ΔΝΤ.

 

Η διαμόρφωση ενός τέτοιου μετώπου περνά μέσα από τις καθημερινές μάχες για την απόκρουση των αλλεπάλληλων αντιλαϊκών μέτρων -είτε αυτά χτυπούν επιμέρους ομάδες και κλάδους εργαζομένων και λαϊκών στρωμάτων είτε καθολικά την εργατική τάξη και το λαό- και από τη συνειδητή προσπάθεια αυτές οι επιμέρους ή περιοδικές μάχες να συνενώνονται σε κοινό αγώνα που θα συσπειρώνει όλο και ευρύτερες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις και θα αποκτά σταθερότητα, συνέχεια, κλιμάκωση και διεύρυνση της δυναμικής του. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική αναμέτρηση με την εντεινόμενη αντιλαϊκή επίθεση που εξαπολύεται από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα και την ντόπια πλουτοκρατική ολιγαρχία και υλοποιείται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με την ουσιαστική στήριξη των υπόλοιπων αστικών κόμματων. Κάθε αγώνας που γίνεται για το δικαίωμα στη δουλειά, για το μισθό, τη σύνταξη, τα εργασιακά δικαιώματα, ενάντια σε κάθε αντιλαϊκό νομοθέτημα και μέτρο, θα πρέπει να ενισχύεται, να μαζικοποιείται και να στρέφεται σταθερά και αποφασιστικά ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης και της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης, ενάντια στην ΕΕ και το ΔΝΤ, ενάντια στην πολιτική τής εξάρτησης και υποτέλειας.

Η πείρα των προηγούμενων χρόνων, και ιδιαίτερα η πείρα που αποκτήθηκε μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία, έδειξε πόσο σαθρή και απατηλή είναι η πολιτική που υποστηρίζει ότι με τον κοινοβουλευτικό δρόμο, μέσα από την εκλογική ανάδειξη μιας «κυβέρνησης της Αριστεράς», και ακόμα χειρότερα μέσα στην ΕΕ, με «διαπραγμάτευση με τους εταίρους», μπορεί να ανατραπεί η πολιτική που υπαγορεύουν οι κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και η ντόπια μεγαλοαστική τάξη. Στη συγκεκριμένη περίοδο, η μνημονιακή πολιτική. Η πείρα αυτή αποτελεί ισχυρό και απτό δίδαγμα και οδηγό για τις εργατικές και λαϊκές μάζες. Η απόκρουση και η ανατροπή της πολιτικής που τις καταδυναστεύει και η διέξοδος θα πρέπει να αναζητηθούν σε ένα διαφορετικό δρόμο. Στο δρόμο της ισχυροποίησης του μαζικού εξωκοινοβουλευτικού αγώνα σε όλες τις μορφές του (απεργίες, συλλαλητήρια, διαδηλώσεις κ.λπ.).

Για να ανοίξει αυτός ο δρόμος δεν αρκεί, ωστόσο, να απορριφθεί μόνο η πολιτική των εκλογικών αυταπατών και των εύκολων λύσεων που έχουν, από παλιά, προβάλει τα σοσιαλδημοκρατικά και ρεφορμιστικά κόμματα και καλλιέργησε έντονα ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά να καταπολεμηθεί και κάθε πολιτική που εμποδίζει να ξεδιπλωθεί αυτός ο αγώνας.

Πρώτα-πρώτα η πολιτική του συμβιβασμού και της υποταγής που προβάλλουν και εφαρμόζουν οι συμπαραταγμένες δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ στη ΓΣΕΕ, την ΑΔΕΔΥ και γενικότερα στις εργατικές και λαϊκές συνδικαλιστικές οργανώσεις του μαζικού κινήματος. Πολιτική που έχει τα χαρακτηριστικά τής ανοιχτής ταξικής συνεργασίας και της στήριξης της πολιτικής των μνημονίων. Μια κατάπτυστη πολιτική που εκδηλώνεται με πράξεις όπως η θέση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ υπέρ της «ευρωπαϊκής πορείας» της χώρας και υπέρ του «ναι» στο δημοψήφισμα του 2015, η «κοινή δήλωση των κοινωνικών εταίρων για τα εργασιακά» το 2016, η ακινητοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων απέναντι στα μνημονιακά μέτρα, η υπονόμευση της ενωτικής εργατοϋπαλληλικής κινητοποίησης, η διάσπαση ακόμα και της μιας ελάχιστης κινητοποίησης που γίνεται την τελευταία στιγμή, την ώρα της ψήφισης των αντιλαϊκών νομοσχεδίων. Χτυπητό τελευταίο παράδειγμα η άρνηση συντονισμένης κινητοποίησης και τα ξεχωριστά συλλαλητήρια της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ στις 15.1.2018 ενάντια στο πολυνομοσχέδιο της τρίτης αξιολόγησης.

32. Απέναντι σ’ αυτήν τη διαλυτική γραμμή των δυνάμεων που κυριαρχούν στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος και ορθώνει φραγμούς στον αγώνα των εργαζομένων, η αυτοπροβαλλόμενη σαν «ταξική» πολιτική των δυνάμεων του ΚΚΕ όχι μόνο δεν συμβάλλει να ξεπεραστούν αυτοί οι φραγμοί αλλά αντίθετα τροφοδοτεί τη διάσπαση του μαζικού κινήματος και επιτείνει τη σύγχυση όσον αφορά τους στόχους και τις μορφές πάλης του.

Η γραμμή των δυνάμεων του ΚΚΕ διακρίνεται για την παλινωδία θέσεων, αιτημάτων και «αγωνιστικών προτάσεων». Τη μια θεωρούν το «μνημόνιο- αντιμνημόνιο» ψεύτικο δίλημμα και την άλλη καταθέτουν για ψήφιση στη Βουλή σχέδιο νόμου για «κατάργηση των μνημονίων». Τη μια μιλούν για αιτήματα «αντεπίθεσης» και προβαίνουν σε πλειοδοσία διεκδικήσεων και την άλλη τα «μαζεύουν» και τα «κόβουν» στο ύψος που ήταν πριν από τα μνημόνια. Τη μια διατυμπανίζουν «πανεργατικούς ξεσηκωμούς», «κλιμάκωση του αγώνα», «48ωρες απεργίες» και την άλλη περιορίζονται σε υπογραφές συνδικάτων, που ελέγχει το ΠΑΜΕ, για την κατάθεση σχεδίου νόμου για τις συλλογικές συμβάσεις στη Βουλή και ευθυγραμμίζονται με την πρόταση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ για απεργία την ημέρα που ψηφίζονται τα μέτρα στη Βουλή. Αυτό έγινε και με τον αντιασφαλιστικό νόμο το 2016 και με την απεργία της 8ης Δεκεμβρίου το 2017 και με την τελευταία κινητοποίηση το 2018 ενάντια στο πολυνομοσχέδιο της τρίτης αξιολόγησης.

Έχουν δε σταθερό στοιχείο τη διάσπαση της ενιαίας κινητοποίησης των εργαζομένων με τη διοργάνωση ξεχωριστών, περιχαρακωμένων συλλαλητηρίων και διαδηλώσεων, όπου συμμετέχουν αποκλειστικά οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Επίσης, αν και έχει ανακοπεί η «ορμή» τους στη δημιουργία χωριστών «ταξικών» σωματείων σε χώρους ή κλάδους εργαζομένων, δεν παύουν να συντηρούν αυτή την πρακτική διάσπασης της ενιαίας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων.

Σε μια παρεμφερή τροχιά, και με τα όρια που θέτουν οι μικρότερες υποκειμενικές προϋποθέσεις, κινούνται και οι δυνάμεις που επηρεάζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εκτός από τα ρεφορμιστικού τύπου αιτήματα που προβάλλουν στο μαζικό συνδικαλιστικό κίνημα, που απορρέουν από το «μεταβατικό πρόγραμμά» τους, παλινδρομούν μεταξύ «επιθετικών» αιτημάτων και μιας «ρεαλιστικότερης» αναπροσαρμογής στην οποία υποχρεώνει ο συσχετισμός δυνάμεων. Το ίδιο συμβαίνει και με τις προτάσεις για τις μορφές πάλης που εκτοξεύουν με ευκολία, όπως για παράδειγμα με την πρόταση για 48ωρη απεργία που πρότειναν το Γενάρη του 2018, για να την πάρουν αμέσως πίσω. Όσο για τον τρόπο συνδικαλιστικής τους παρέμβασης, περιστρέφεται γύρω από την αντίληψη ενός χωριστού, άλλου «κέντρου αγώνα», η οποία πρακτικά μεταφράζεται σε μια στενή συσπείρωση των συνδικαλιστικών δυνάμεων του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με την αμφίεση της «πρωτοβουλίας συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων».

Οφείλουμε να σταθούμε αντιπαραθετικά σε δύο ακόμα ζητήματα που τίθενται μέσα στο μαζικό κίνημα. Το πρώτο έχει να κάνει με «πρωτοβουλίες» και ακτιβισμούς στιγμιαίου εντυπωσιασμού και δήθεν μαχητικού και συγκρουσιακού χαρακτήρα, στις οποίες προχωρούν μικρές ομάδες του ΠΑΜΕ, της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (εισβολές σε υπουργεία, σπρωξίματα με δυνάμεις των ΜΑΤ κλπ.), οι οποίες είναι εντελώς ξεκομμένες από τη μάζα των εργαζομένων και διαπνέονται από τυχοδιωκτικό πνεύμα, επιτείνοντας την απομαζικοποίηση και αποδιοργάνωση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Το δεύτερο αφορά τις προτάσεις για πολιτική συνεργασία των δυνάμεων όλου του φάσματος της «Αριστεράς» που επαναλαμβάνονται με διάφορες διατυπώσεις, όπως «συντονισμός των ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων δυνάμεων της Αριστεράς», «κοινός βηματισμός των δυνάμεων της Αριστεράς», «κοινή δράση των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς».

Η αντίληψη αυτή, πως η πολιτική συνεργασία «των αριστερών δυνάμεων» μπορεί να υποκαταστήσει το μαζικό κίνημα, παραμορφώνει την έννοια του μαζικού κινήματος, θέτει την ανάπτυξή του έξω και πάνω από τις μαζικές οργανώσεις και, επιπλέον, παρακάμπτει τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να επιτευχθεί η αγωνιστική ανασύνταξή του, η οποία συνδέεται με τον πολιτικό προσανατολισμό του, για τον οποίο αντιμάχονται οι καλούμενες, μέσα από αυτές τις προτάσεις, «δυνάμεις της Αριστεράς».

Αντιπαραθέτοντας, σε όλες αυτές τις λαθεμένες και επιζήμιες θέσεις και κατευθύνσεις, τη δική μας ενιαιομετωπική πολιτική μέσα στο μαζικό κίνημα για τη μέγιστη κινητοποίηση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων, επιδιώκουμε και παλεύουμε στο έδαφος της καθημερινής πάλης, στα συνδικάτα και τους συλλόγους, στις συνοικίες και γειτονιές, εκεί που συναντιόμαστε με τον κόσμο που υποφέρει και αντιστέκεται, να συσπειρωθούν, σε μαζικό αγώνα γύρω από τα φλέγοντα αιτήματα και στόχους πάλης, οι ευρύτερες εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, προωθώντας την πολιτική της κοινής δράσης.*Στο έδαφος των μετώπων της εργατικής και λαϊκής πάλης, της διεκδίκησης των οικονομικών και κοινωνικών αιτημάτων, στον αγώνα για την υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, διερευνούμε, κάθε φορά, στα πλαίσια του μαζικού κινήματος, τη δυνατότητα κοινής δράσης και συμπράξεων με δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και άλλων δυνάμεων που αναφέρονται στο χώρο της κομμουνιστικής και της ευρύτερης Αριστεράς στο βαθμό που μπορούν να προκύψουν συμφωνίες με ξεκαθαρισμένους στόχους, αιτήματα και μορφές δράσης στα συνδικάτα και στους μαζικούς χώρους που βρισκόμαστε μαζί.

Οι δυνάμεις του Μ-Λ ΚΚΕ και της ΕΡΓΑΣ οφείλουν να επιμείνουν στην κατεύθυνση που έδρασαν και τα προηγούμενα χρόνια για να συμβάλλουν στην ενίσχυση του μαζικού, λαϊκού, εξωκοινοβουλευτικού αγώνα.

Με το μέτωπο της πάλης τους στραμμένο ενάντια στην πολιτική κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ, να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για την ανασυγκρότηση των μαζικών οργανώσεων του κινήματος, για την υποστήριξη αιτημάτων, μορφών πάλης και οργανωτικών δράσεων που θα οδηγούν στη διεξαγωγή αγώνων με μαζική εργατική και λαϊκή στήριξη. Προσπάθειες που απαιτούν την ταυτόχρονη αντιπαράθεση με τις πολιτικές του συμβιβασμού και της υποταγής, των ρεφορμιστικών αυταπατών, της υποτίμησης της καθημερινής αντιμνημονιακής πάλης, της παραλυσίας και της πολυδιάσπασης του μαζικού κινήματος, των κούφιων εντυπωσιοθηρικών και τυχοδιωκτικών πρακτικών. Προσπάθειες που κατευθύνονται στην απόκρουση των αντιλαϊκών μέτρων, στην επανακατάκτηση και διεύρυνση των εργατικών δικαιωμάτων, στην κατάργηση παλιών και νέων μνημονίων, στο άνοιγμα του δρόμου για την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού.

Ενάντια στην πολιτική εξαπάτησης και τρομοκράτησης των λαϊκών μαζών, στον περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και στη φασιστική δράση

33. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προωθεί το πέρασμα των νέων αντιλαϊκών μέτρων αναπαράγοντας μεθόδους που χρησιμοποίησαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Από τη μια πλευρά, με το μανδύα της «αριστερής κυβέρνησης», επιδίδεται σε μια επικοινωνιακή παραπλανητική εκστρατεία, προσπαθώντας να καλλιεργεί ψεύτικες προσδοκίες και να ενισχύει ένα κλίμα αναμονής στις λαϊκές μάζες για να αποτρέψει και να συγκρατήσει το ξέσπασμα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειάς τους.

Από την άλλη πλευρά, όταν χρειάζεται να κατασταλούν αντιδράσεις, επιστρατεύει την κινδυνολογία για τον εκφοβισμό του λαού, βάζει σε κίνηση τον αστυνομικό μηχανισμό και ενισχύει το οπλοστάσιο περιορισμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και του λαού, στο οποίο, πρόσφατα, πρόσθεσε την ποινικοποίηση των διαμαρτυριών κατά των κατασχέσεων των λαϊκών κατοικιών και την περιστολή του δικαιώματος της απεργίας.

Παράλληλα, έχει παγιωθεί, στην πολιτική λειτουργία της χώρας, το αντιδημοκρατικό πλαίσιο που έχει επιβάλει η ιμπεριαλιστική επιτροπεία με την υπαγόρευση και την κατεπείγουσα ψήφιση πολυνομοσχεδίων και την αιφνίδια εισαγωγή αντιλαϊκών τροπολογιών στη Βουλή.

Μέσα σε αυτές τις αντιδημοκρατικές συνθήκες, ενθαρρύνθηκε και αναπτύχθηκε η φασιστική δράση που εκτίναξε τη «Χρυσή Αυγή» στη θέση του τρίτου κοινοβουλευτικού κόμματος. Η Χρυσή Αυγή, μετά τις αποδεδειγμένα δολοφονικές και τρομοκρατικές πράξεις της, έχει παραπεμφθεί εδώ και τρία χρόνια σε δίκη, χωρίς ακόμα να έχει καταδικαστεί, και οι φασιστικές συμμορίες της συνεχίζουν να ασκούν τρομοκρατικές ενέργειες. Η φασιστική δράση -που δεν εκπορεύεται μόνο από τη Χρυσή Αυγή- τροφοδοτείται και συμπλέκεται με τη γενικότερη αντιδραστική πολιτική που συρρικνώνει τα λαϊκά και δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες.

Η πάλη ενάντια στις κυβερνητικές μεθόδους εξαπάτησης, η πάλη ενάντια στα αντιδημοκρατικά μέτρα και τη φασιστική τρομοκρατία, η πάλη για την υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών αποτελούν σημαντικές πλευρές του συνολικού αγώνα για την απόκρουση της κλιμακούμενης αντιλαϊκής πολιτικής.

Να αναζωογονήσουμε το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα και να ανεβάσουμε την πάλη του λαού μας για την εθνική ανεξαρτησία

34. Η όξυνση του παγκόσμιου ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, που συνοδεύεται από εξαπόλυση πολέμων και συγκέντρωση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων σε περιοχές-κόμβους, όπως είναι η Νοτιοανατολική Μεσόγειος, εμπλέκει τη χώρα μας σε μεγάλους κινδύνους και απειλές. Γιατί και η ίδια αποτελεί αντικείμενο του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και, καθώς είναι δεμένη με τους δυο ισχυρούς στρατιωτικούς και οικονομικούς συνασπισμούς, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, σέρνεται στις ιμπεριαλιστικές τους εξορμήσεις, ενώ ταυτόχρονα οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν παραδώσει το έδαφός της σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις που χρησιμοποιούνται για την προώθηση πολεμικών και κατακτητικών σκοπών των ΗΠΑ.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι ευθυγραμμισμένη με το δόγμα «ανήκομεν εις την Δύσιν». Υπηρετεί πειθήνια τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, παρέχοντας στις ΗΠΑ υπηρεσίες ανεμπόδιστης και διευρυνόμενης επιθετικής δραστηριότητας από τη βάση της Σούδας και προσφορές για άνοιγμα και άλλης στρατιωτικής βάσης στην Κάρπαθο. Μετατρέπει δε το Αιγαίο -με πρόσχημα το Προσφυγικό- σε θάλασσα περιπολιών των πολεμικών πλοίων του ΝΑΤΟ και αναλαμβάνει «πρωτοβουλίες» εξωτερικής πολιτικής που στηρίζουν και προωθούν τα σχέδια του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, όπως είναι ο περιβόητος «άξονας» με το Ισραήλ και την Αίγυπτο.

Η γραμμή αυτή, προσαρμογής στις διεθνείς γεωστρατηγικές, πολιτικές, οικονομικές και ενεργειακές επιδιώξεις της ΕΕ και των ΗΠΑ, έχει σαν αποτέλεσμα να σπρώχνει τη χώρα μέσα στη δίνη των καταστροφικών και επικίνδυνων συνεπειών της ιμπεριαλιστικής πολιτικής. Φέρνει την Ελλάδα κάτω από τη στυγνή οικονομική επιτροπεία των μνημονίων, πιο κοντά στα θερμά μέτωπα της πολεμικής ανάφλεξης, σε αντιπαράθεση με γειτονικές χώρες που δέχονται την επίθεση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και αντιμέτωπη με τα δεινά που δημιουργεί η πολιτική των ιμπεριαλιστών, όπως το μεγάλο προσφυγικό ρεύμα.

Το προσφυγικό ζήτημα είναι μια ανοιχτή πληγή, μια τεράστια ανθρώπινη τραγωδία που προκαλείται και τροφοδοτείται από την ιμπεριαλιστική πολιτική των πολέμων και της οικονομικής λεηλασίας των χωρών. Ασκεί άμεση και μεγάλη πίεση στη χώρα μας που θα διαρκεί όσο δεν εξαλείφονται οι αιτίες που το προκαλούν. Απέναντι στους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες - θύματα των πολέμων, η ΕΕ υψώνει φράκτες και φτιάχνει στρατόπεδα με απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, αρνείται να δώσει άσυλο και προχωρεί σε αναγκαστικές μαζικές απελάσεις. Αυτή την πολιτική υλοποιεί η συμφωνία ΕΕ - Τουρκίας και ακόμα περισσότερο η σκλήρυνση της αντιμεταναστευτικής πολιτικής που ακολούθησε, με το σφράγισμα των βαλκανικών διαδρόμων, με την άρνηση και τη μη εφαρμογή ακόμα και εκείνων των αρχικών «συμφωνιών φιλοξενίας» ενός ελάχιστου αριθμού προσφύγων και μεταναστών σε κάθε χώρα της ΕΕ.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ακολουθεί πιστά αυτή την αντιμεταναστευτική πολιτική και εφαρμόζει μέτρα εξανδραποδισμού των προσφύγων. Τους εγκλωβίζει σε στρατόπεδα όπου επικρατούν απαράδεκτες συνθήκες εξαθλίωσης, με τις απόπειρες αυτοκτονίας και τους θανάτους να πληθαίνουν. Και στα συνεχή εκρηκτικά ξεσπάσματά τους απαντά με ξυλοδαρμούς και ανοιχτή αστυνομική καταστολή.

Ενάντια στους πόλεμους, στις επεμβάσεις, στη ληστρική οικονομική εκμετάλλευση, στις καταστροφές ολόκληρων χωρών και περιοχών, είναι ανάγκη να αναπτυχθεί ο πιο πλατύς αγώνας για το ξεσκέπασμα, το σταμάτημα και την αποτροπή τους. Η ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού- αντιιμπεριαλιστικού κινήματος που θα εκπληρώσει αυτόν το στόχο και θα σταθεί αλληλέγγυο στους πρόσφυγες και μετανάστες και σε όλα τα θύματα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής προβάλλει σαν βασικό καθήκον.

Η πάλη ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτική είναι αξεχώριστη από την πάλη ενάντια σε αυτούς που την υπηρετούν και τη στηρίζουν μέσα στη χώρα μας, εφαρμόζοντας πολιτική εξάρτησης και εθνικής υποτέλειας.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ δίνοντας, από τους πρώτους μήνες της θητείας της, ταπεινωτικές έγγραφες δεσμεύσεις προς την ΕΕ ότι δεν θα προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες και ότι η οικονομική πολιτική της χώρας θα υπόκειται στον αυστηρό έλεγχο της τρόικας, προχώρησε στη συνέχεια στην υπογραφή του τρίτου μνημονίου. Δεν αρκέστηκε όμως, μόνο στην ενίσχυση των δεσμών της οικονομικής εξάρτησης από την ΕΕ και μάλιστα σε βάθος δεκαετιών. Με τρόπο προκλητικό ο Αλ. Τσίπρας, υποβάλλοντας τα διαπιστευτήριά του στον Τραμπ κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον, χαρακτήρισε τις ΗΠΑ «υπερασπιστή των αξιών της δημοκρατίας και της ελευθερίας», προχωρώντας σε έναν απροκάλυπτο εξωραϊσμό της πολιτικής τους.

Οι φιλοφρονήσεις της αμερικανικής ηγεσίας ότι «ο Αλέξης κάνει καλή δουλειά» ήλθαν σαν επιβεβαίωση της αμερικανοδουλείας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η οποία προχωρεί σε αγορές δισεκατομμυρίων δολαρίων αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της Ελλάδας στις αμερικάνικες επενδύσεις, ευθυγραμμίζεται με τους ενεργειακούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ και τους προσφέρει όλες τις διευκολύνσεις που απαιτούν στο έδαφος και στις θάλασσες της χώρας για τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.

Οι βαριές συνέπειες της πολιτικής της διπλής ιμπεριαλιστικής εξάρτησης από τον ευρωπαϊκό και αμερικάνικο ιμπεριαλισμό δείχνουν την κρίσιμη και αποφασιστική σημασία που έχει για τη ζωή του ελληνικού λαού και την πορεία του τόπου ο αγώνας για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας.

Ο αγώνας αυτός εκφράζεται μέσα από την προώθηση των λαϊκών αιτημάτων για την κατάργηση των μνημονίων και κάθε υποδουλωτικής συμφωνίας και σύμβασης, για την έξοδο της χώρας από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, την απομάκρυνση των αμερικανικών και νατοϊκών βάσεων και των ξένων πολεμικών στόλων από την ελληνική επικράτεια, για την ολοκληρωτική απαλλαγή από τα δεσμά της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

O ευρύτερος προσανατολισμός της λαϊκής πάλης πρέπει να στρέφεται και να κατευθύνεται στην ανατροπή της διπλής κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης, για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας και την εφαρμογή ριζικών κοινωνικών μετασχηματισμών στη ζωή του τόπου, μέσα από την ανατροπή των κυρίαρχων εκμεταλλευτριών τάξεων και την επαναστατική άνοδο στην πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης και των κοινωνικών συμμάχων της, που θα ανοίξει το δρόμο σε μια Eιρηνική, Δημοκρατική, Ανεξάρτητη και Σοσιαλιστική Ελλάδα.

Τον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία που αποτελεί βάση για το δημοκρατικό, αντιιμπεριαλιστικό κίνημα και αιχμή της πάλης του λαϊκού κινήματος ενάντια στην ξενόδουλη πολιτική της κυρίαρχης μεγαλοαστικής τάξης και των κομμάτων της, σήμερα, τον έχουν εγκαταλείψει δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά, όπως το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και, μάλιστα, σε μια περίοδο όπου τα μνημόνια ανέδειξαν με τον πιο έντονο και καθαρό τρόπο την ξενοκρατία που καταδυναστεύει τη χώρα.

Προβάλλοντας εξωφρενικές ψευτοθεωρίες περί “ιμπεριαλιστικής Ελλάδας”, τον αρνούνται και τον θεωρούν ξένο προς τα λαϊκά συμφέροντα, παρωχημένο και εκτός εποχής. Στην πραγματικότητα, με αυτό τον τρόπο εξωραΐζουν το σημερινό σύστημα της εξάρτησης και της υποτέλειας, συγκαλύπτουν και αφήνουν στο απυρόβλητο την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική κυριαρχία του ιμπεριαλισμού, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στους αντιδραστικούς εθνικιστές και πατριδέμπορους να καπηλεύονται τα μεγάλα αιτήματα της Αριστεράς, και όλα αυτά στο όνομα ενός κούφιου αντικαπιταλισμού τροτσκιστικής έμπνευσης και κοπής.


6ο Συνέδριο Μ-Λ ΚΚΕ


Μακρόνησος 1947 - 2017