Τα άμεσα πολιτικά μας καθήκοντα - Για την ειρηνική και σταθερή επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων (μέρος ΙΙ)

Δημοσιεύτηκε στις: 23, Μαϊ 2018


Διαβάστε επίσης:

Τελευταία άρθρα την ενότητα

» ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΟΥ 6ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

» Παρουσίαση των Θέσεων της ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ προς το 6ο Συνέδριο από τον σ. Αντώνη Παπαδόπουλο

» Η εναρκτήρια ομιλία του σ. Πέτρου Κουφοβασίλη στο 6ο Συνέδριο

» Χαιρετισμός του ΚΚΕ(μ-λ) στην εναρκτήρια εκδήλωση του 6ου συνεδρίου του Μ-Λ ΚΚΕ

» Ολοκληρώθηκε το 6ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ

» Τα άμεσα πολιτικά μας καθήκοντα - Για την ειρηνική και σταθερή επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων (μέρος ΙΙ)

» Τα άμεσα πολιτικά μας καθήκοντα - Να δυναμώσουμε το μέτωπο απόκρουσης της αντιλαϊκής πολιτικής(μέρος Ι)

» Εκδηλώσεις του Μ-Λ ΚΚΕ το επόμενο τριήμερο

» Εσωτερική πολιτική κατάσταση - Οκτώ χρόνια μνημονιακής, καπιταλιστικής βαρβαρότητας για το λαό (μέρος 2ο)

» Εσωτερική πολιτική κατάσταση - Οκτώ χρόνια μνημονιακής, καπιταλιστικής βαρβαρότητας για το λαό(μέρος 1ο)

Για την ειρηνική και σταθερή επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων να ενισχύσουμε την κοινή πάλη των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας ενάντια στις πολιτικές των ιμπεριαλιστών και των κυρίαρχων τάξεων

35. Η όξυνση και οι συνέπειες των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή μας, η εξέλιξη των αντιθέσεων ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, η ξένη εξάρτηση, αλλά και τα ειδικά χαρακτηριστικά που έχει αυτή για κάθε μια από τις δύο χώρες, ο συσχετισμός δυνάμεων Ελλάδας και Τουρκίας που υπόκειται σε μεταβολές και διακυμάνσεις, είναι οι βασικοί παράμετροι που καθορίζουν την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Η κλιμάκωση των επεμβάσεων και η συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, στις οποίες έχουν συμμετοχή οι αμερικανονατοϊκές δυνάμεις και η Ρωσία, όπως και περιφερειακές δυνάμεις, ανάμεσα σ’ αυτές και η Τουρκία, οι κινήσεις του αμερικάνικου και ρώσικου ιμπεριαλισμού όσον αφορά τον έλεγχο της στρατηγικής περιοχής της Νοτιανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων, στις οποίες τώρα έχει προστεθεί και η σύγκρουσή τους για τους ενεργειακούς δρόμους και την εκμετάλλευση νέων ενεργειακών πηγών στις θάλασσες της περιοχής, έχουν αλυσιδωτές πολιτικοοικονομικές και στρατιωτικές επιπτώσεις. Εγείρουν ήδη διενέξεις πάνω σε θέματα κυριαρχικών δικαιωμάτων των χωρών, όπως διαπιστώνεται από επεισόδια που αφορούν έρευνες στο Αιγαίο και στη θαλάσσια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Κύπρου και από τη χρησιμοποίηση της προσφυγικής ροής ως μέσου μετατροπής του Αιγαίου σε θάλασσα νατοϊκής κυριαρχίας και ως προκάλυμμα αμφισβήτησης των συνόρων της Ελλάδας από την Τουρκία.

 

Η Ελλάδα, μέσα σε αυτό το αρνητικό και επικίνδυνο πλαίσιο στην περιοχή, έχει βρεθεί, με την υπαγωγή της στα μνημόνια, να περνά εδώ και οκτώ χρόνια μια φάση μεγάλης οικονομικής εξασθένισης, γεγονός που εκμεταλλεύεται η Τουρκία δυναμώνοντας τις πιέσεις της στα ελληνοτουρκικά προβλήματα. Κάτω από την ασφυκτική ιμπεριαλιστική επιτροπεία οι ελληνικές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, ψάχνουν «λύσεις» για τα ελληνοτουρκικά προβλήματα σε μια πολιτική που αναζητά στήριξη απέναντι στις τουρκικές πιέσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Από τις δυνάμεις, δηλαδή, που υποδαυλίζουν και συντηρούν τα ελληνοτουρκικά προβλήματα, που κάνουν τον Πόντιο Πιλάτο στις επεκτατικές αξιώσεις της Τουρκίας σε βάρος των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και ενεργούν κατά τρόπο που τα διαιωνίζουν και τα περιπλέκουν.

Η Τουρκία, μια περιφερειακή χώρα μεσαίου μεγέθους που ανήκει στο G20, έχοντας ισχυροποιηθεί στα χρόνια διακυβέρνησης του Ερντογάν, με μια σειρά πράξεις της τα τελευταία χρόνια (αντιπαραθέσεις με τις ΗΠΑ για τη βάση του Ιντσιρλίκ, την έκδοση του Γκιουλέν και την αμερικάνικη στήριξη στους Κούρδους, κατάρριψη ρώσικου στρατιωτικού αεροπλάνου, διαμάχες με τη Γερμανία και την ΕΕ, πολεμική της εμπλοκή στη Συρία, εναλλαγή σε συμμαχίες κ.α.) έδειξε ότι μπορεί να κάνει σχετικά πιο αυτόνομες κινήσεις και χωρίς, βέβαια, να ξεφεύγει από τις ιμπεριαλιστικές εξαρτήσεις, να ελίσσεται μεταξύ των παγκόσμιων δυνάμεων με βάση τη γενική δύναμη που διαθέτει και τη δεσπόζουσα γεωστρατηγική θέση που κατέχει. Η κυβέρνηση Ερντογάν αν και αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει μια σειρά εσωτερικά και εξωτερικά προβλήματα (πραξικόπημα για την ανατροπή του, τον πόλεμο στη Συρία, τις τριβές με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, αλλά και το πιο οξύ της απειλής δημιουργίας Κουρδικής οντότητας στα σύνορά της) δεν έχει πάψει να κινείται στη λεγόμενη γραμμή της απόκτησης «νεοθωμανικής επιρροής». Φιλοδοξώντας να ενισχύσει τον ρόλο της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης, αναπτύσσει μια εξωτερική πολιτική η οποία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εκφράζεται όχι μόνο με την επιμονή στις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, αλλά και με κατεύθυνση διεύρυνσής τους. Αυτή την κατεύθυνση έδωσε και δίνει ο Ερντογάν με τις νέες και επαναλαμβανόμενες από το 2016 δηλώσεις του για «τα σύνορα της καρδιάς του», που αμφισβητούν τη συνθήκη της Λοζάνης και ζητούν «επικαιροποίησή» της.

Θέτοντας, έτσι, ουσιαστικά, ζήτημα αλλαγής των συνόρων Ελλάδας - Τουρκίας, που έχει καθορίσει η συνθήκη της Λοζάνης εδώ και 95 χρόνια, ανοίγει, διαρκώς, όλη τη γκάμα των θεμάτων με τα οποία πιέζει την Ελλάδα, από την «γκρίζα ζώνη των 132 νησίδων στο Αιγαίο» ως την «προστασία» της μειονότητας της Θράκης από τη «μητέρα-πατρίδα». Η Τουρκία επιδιώκει το γνωστό πακέτο αμφισβητήσεων και διεκδικήσεών της (υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο, έκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης και

του εναέριου χώρου, θαλάσσια σύνορα, ελληνική κυριαρχία σε νησιά, αποστρατιωτικοποίηση νησιών Ανατολικού Αιγαίου, FIR, περιοχές ευθύνης για έρευνα και διάσωση) να αναβαθμισθεί σε επαναδιαπραγμάτευση των όρων της συνθήκης της Λοζάνης, του συνόλου των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και των συνόρων Ελλάδας και Τουρκίας.

Απέναντι στις εντεινόμενες τουρκικές πιέσεις, οι οποίες έχουν ενθαρρυνθεί και από την πολιτική «κατευνασμού» τους που εφάρμοσαν -υπό την αιγίδα και την παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα- οι ελληνικές κυβερνήσεις στο πρόσφατο παρελθόν, με ενδοτικές και υποχωρητικές συμφωνίες (Ελσίνκι, Μαδρίτη, Κυπριακό), η απάντηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι η συνέχιση της ίδιας πολιτικής που εξαρτά την υπεράσπιση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από τη «βοήθεια» και την παρέμβαση των ΗΠΑ, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ (χαρακτηριστική είναι η δήλωση του υφυπουργού Άμυνας ότι η κυβέρνηση «μεταφέρει τις τουρκικές παραβιάσεις στους διεθνείς οργανισμούς και στις συμμαχίες που συμμετέχουμε για να αντιληφθούν ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι τα σύνορα της Ευρώπης και μ’ αυτή την έννοια να στέρξουν…»!

Η κυβερνητική πολιτική συμπληρώνεται με τυχοδιωκτικές «πρωτοβουλίες» για την «αντιρρόπηση» των τουρκικών πιέσεων, όπως είναι η «στρατηγική συμμαχία» με τα κράτη του αμερικανικού τόξου στη Μεσόγειο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο, που κάνουν την Ελλάδα στενό συνεταίρο του δήμιου του Παλαιστινιακού λαού και του στρατιωτικού δικτάτορα της Αιγύπτου, Σίσι, και την εμπλέκουν στους επικίνδυνους φιλοπόλεμους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Γίνεται, ακόμα, προσπάθεια να «εμπλουτισθεί» με κινήσεις εκμετάλλευσης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το τελευταίο διάστημα η τουρκική κυβέρνηση, ειδικά την πρόσφατη διατάραξη των σχέσεών της με τις ΗΠΑ, οι οποίες έχουν ως σκεπτικό την παροχή επί πλέον εκδουλεύσεων και διευκολύνσεων προς τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό με την προσδοκία να αποσπάσουν την εύνοιά του απέναντι στην Τουρκία.

Η πολιτική της υποτέλειας, του εθνικισμού και της εναπόθεσης της επίλυσης των ελληνοτουρκικών προβλημάτων στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις εφαρμόζεται δεκαετίες από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο και θα εξακολουθήσει να οδηγεί σε νέα αδιέξοδα και εντάσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις γιατί η ιμπεριαλιστική πολιτική, είτε με τη μορφή της επιδιαιτησίας είτε των «ίσων αποστάσεων», έχει σαν στόχο την υπόθαλψη των αντιθέσεων των δύο χωρών - με μόνο όριο την αποφυγή ενός ρήγματος στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ - έτσι ώστε να διατηρείται ο ιμπεριαλιστικός έλεγχος σε Ελλάδα και Τουρκία.

Η πολιτική των κυρίαρχων τάξεων σε Τουρκία και Ελλάδα διέπεται από το πνεύμα του εθνικισμού, την ιδεολογία που αποσκοπεί να διεγείρει το μίσος του ενός λαού ενάντια στον άλλο και να καλλιεργήσει την αντίληψη της κυριαρχίας του ενός κράτους πάνω στο άλλο. Η ένοπλη εισβολή τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο το 1974 και η συνέχιση μέχρι σήμερα της τουρκικής κατοχής πάνω από το 40% του νησιού δείχνει ως πού μπορεί να οδηγήσει η εθνικιστική και σοβινιστική υστερία.

Η ειρηνική και σταθερή επίλυση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων, η προώθηση της φιλίας και συνεργασίας των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας μπορεί να περάσει μόνο μέσα από το δρόμο του κοινού αγώνα τους, που στρέφεται ταυτόχρονα ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτική και στην πολιτική των κυρίαρχων τάξεων στις δύο χώρες.

Το περιεχόμενο και οι στόχοι που πρέπει να δώσει σ’ αυτό τον αγώνα ο λαός μας είναι:

- Η απόκρουση των παρεμβάσεων και αναμίξεων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στα ελληνοτουρκικά θέματα, της εμπλοκής της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και στους κινδύνους πολέμου που αυτοί δημιουργούν.

- Η πάλη ενάντια στις πολιτικές της εθνικής υποτέλειας και των εθνικισμών που εφαρμόζουν οι κυρίαρχες τάξεις και οι αντιδραστικές δυνάμεις στις δύο πλευρές του Αιγαίου.

- Η καταγγελία του τούρκικου επεκτατισμού που εκδηλώνεται με τις συνεχείς αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και ακόμα πιο προκλητικά, τώρα, με την απαίτηση αναθεώρησης της συνθήκης της Λοζάνης που εγείρει ζήτημα αλλαγής των ελληνοτουρκικών συνόρων.

- Η καταγγελία της τυχοδιωκτικής πολιτικής στησίματος «αντιτούρκικων αξόνων» με τα στηρίγματα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο (συνεργασία Ελλάδας-Ισραήλ-Αιγύπτου).

- Η καταδίκη κάθε παραβίασης των συνόρων των δύο χωρών, η υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής κυριαρχίας μας από επιθετική ενέργεια της Τουρκίας και η εναντίωσή μας σε κάθε ενέργεια καταπάτησης της τουρκικής κυριαρχίας από πλευράς της Ελλάδας.

- Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της τούρκικης μειονότητας στη Θράκη, η καταγγελία διακρίσεων και καταπιεστικών μέτρων σε βάρος της και κάθε ενέργειας που πάει να τη χρησιμοποιήσει σαν μοχλό εκβιασμών και πίεσης στις ελληνοτουρκικές υποθέσεις ή και επέμβασης στο εσωτερικό της Ελλάδας.

Αλληλεγγύη στον αγώνα του κυπριακού λαού για την αποτροπή της διχοτόμησης της πατρίδας του

36. Όλο και μεγαλύτερες πιέσεις ασκούνται στην Κύπρο για την επιβολή διχοτομικής λύσης. Η αύξηση των πιέσεων προέρχεται πρώτο, από το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην Κύπρο γνωρίζει μεγαλύτερη ένταση λόγω της κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή, αλλά και από το άνοιγμα ενός νέου πεδίου αντιπαράθεσης γύρω από την εκμετάλλευση των ενεργειακών υποθαλάσσιων κοιτασμάτων στην ΑΟΖ της Κύπρου και την κατασκευή αγωγών μεταφοράς ενέργειας από τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο στην Ευρώπη. Δεύτερο, από το ότι αυτό το σκηνικό διευκολύνει την Τουρκία να ενισχύει τις απαιτήσεις της για την παγίωση της διχοτόμησης της Κύπρου και τη στρατιωτική παρουσία της στο βόρειο τμήμα της, καθώς και για την κλιμάκωση των διεκδικήσεών της σε βάρος της Κύπρου (εκμετάλλευση τμήματος της ΑΟΖ της Κύπρου κ.α.)

Οι δύο αυτοί παράγοντες συνέτειναν στην επαναφορά διχοτομικού σχεδίου, «υπό την αιγίδα του ΟΗΕ», στην πραγματικότητα σύμφωνα με τα σχέδια που δρομολογούν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Έτσι ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ξανά το 2016 που συνεχίσθηκαν και το 2017 και, ανεξάρτητα αν δεν είχαν κατάληξη και αναμένεται να διαφανεί ποια συνέχεια θα υπάρξει μετά τις προεδρικές εκλογές στην Κύπρο, ωστόσο, κατέδειξαν τον διχοτομικό δρόμο στον οποίο ωθείται ξανά η «επίλυση» του Κυπριακού.

Η «Έκθεση» που έδωσε για το Κυπριακό πρόβλημα ο ΟΗΕ και η οποία, στην ουσία, αποτυπώνει το διχοτομικό περίγραμμα που υπαγορεύουν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για την Κύπρο, συμπεριλαμβάνει τη νομιμοποίηση της διχοτομικής «λύσης» τής «Διζωνικής-Δικοινοτικής Ομοσπονδίας» με «δύο ισότιμα συνιστώντα κράτη», αποσιωπά τα κεφαλαιώδη ζητήματα των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων, των εποίκων και των προσφύγων και μεθοδεύει μια διαδικασία όπου υποβαθμίζεται το Κυπριακό από διεθνές ζήτημα στρατιωτικής εισβολής και κατοχής μιας ανεξάρτητης χώρας, σε ζήτημα διμερούς ελληνοτουρκικής ή δικοινοτικής (ελληνοκυπριακής και ελληνοτουρκικής) «διαφοράς», και σε αντικείμενο πενταμερούς συζήτησης, όπου δεν υπάρχει η νόμιμη εκπροσώπηση της Κύπρου, η Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά διαπραγματεύονται οι «εγγυήτριες» δυνάμεις (Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία) και οι «ισότιμες κοινότητες».

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο η Τουρκία, και με τις πλάτες των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, διεκδίκησε και πίεσε για μεγαλύτερες υποχωρήσεις από την κυβέρνηση της Κύπρου σε όλα τα κρίσιμα θέματα (διακυβέρνηση, έποικοι, περιουσίες, προσφυγικό κλπ.), για συνέχιση της κατοχικής και «εγγυητικής» παρουσίας της στο νησί και, ταυτόχρονα, επεδίωξε τον παραγκωνισμό της νόμιμης κυβέρνησης της Κύπρου και την απόδοση νομιμότητας στο τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος, προωθώντας και μέτρα μεγαλύτερης πρόσδεσης των κατεχομένων στο τουρκικό κρατικό σύστημα («εναρμόνιση» του διοικητικού και νομικού συστήματός τους με εκείνο της Τουρκίας, περιορισμός επαφών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων).

Η κυπριακή, όπως και η ελληνική κυβέρνηση, μπήκαν στις συζητήσεις γι’ αυτό το διχοτομικό σχέδιο, με λογική μικροπαζαριού και με αποδοχή της βάσης του διχοτομικού σχεδίου που είναι η συμφωνία του Ν. Αναστασιάδη και του πρώην επικεφαλής του παράνομου τουρκοκυπριακού κράτους, Ντ. Έρογλου, για μια «δικοινοτική-διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα των συνιστώντων κρατών της». Η προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να εξωραΐσει αυτήν τη στάση της με κάποια πρόταση περί «κατάργησης της συνθήκης των εγγυητριών δυνάμεων», πέραν του ότι περιβλήθηκε με ασάφεια, διαφάνηκε ότι υποκρύπτει αλλαγή της μορφής των «εγγυήσεων» και όχι κατάργησή τους.

Οι διαπραγματεύσεις της κυπριακής και της ελληνικής κυβέρνησης κινούνται στην πάγια κατεύθυνσή τους, που εξαρτά την αντιμετώπιση του Κυπριακού προβλήματος από τη στήριξη που θα πάρουν από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κι ας είναι αυτές που το δημιούργησαν και το διαιωνίζουν. Αυτή η πολιτική που προκρίνεται ως «αντίβαρο» στις τουρκικές πιέσεις, υλοποιείται και με την παράδοση της εκμετάλλευσης των ενεργειακών αποθεμάτων της Κυπριακής ΑΟΖ σε πανίσχυρα μονοπώλια των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και με την τυχοδιωκτική συνεργασία της Κύπρου με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Με κυνικό τρόπο, μάλιστα, την έχει εκφράσει ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, λέγοντας πως «η συμμετοχή μας στην ΕΕ αποτελεί τη μεγαλύτερη εγγύηση της ύπαρξης μας»!

H πραγματική λύση του Κυπριακού απαιτεί ένα ριζικά διαφορετικό προσανατολισμό από αυτόν του συμβιβασμού και της συνθηκολόγησης, που εφάρμοσαν και συνεχίζουν να εφαρμόζουν οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Eλλάδα και την Kύπρο. Που θα βγάλει το Κυπριακό από την προκρούστεια κλίνη των ιμπεριαλιστικών παζαρεμάτων και διαβουλεύσεων και θα στηριχθεί στον κοινό αγώνα των λαών της Κύπρου, της Eλλάδας και της Tουρκίας.*-Για να φύγουν από την Kύπρο όλα τα τουρκικά κατοχικά στρατεύματα και όλες οι ελλαδίτικες στρατιωτικές δυνάμεις.*-Για να φύγουν όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι στρατιωτικές βάσεις τους και να σταματήσει κάθε ξένη επέμβαση στο νησί.*-Για να διαλυθεί το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος, να επιστρέψουν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους και να εξαλειφθούν όλες οι συνέπειες της πολύχρονης τουρκικής κατοχής και του τούρκικου εποικισμού στη Bόρεια Kύπρο.*-Για να καταργηθεί το καθεστώς των «εγγυητριών» δυνάμεων, που νομιμοποιεί τις ξένες επεμβάσεις στην Kύπρο, και να αφεθούν οι Kύπριοι, οι Έλληνες και οι Tούρκοι, να λύσουν μόνοι τους τα προβλήματά τους και να εξασφαλίσουν την ειρηνική, ισότιμη και αρμονική συμβίωσή τους.*-Για να αποτραπεί κάθε διχοτομική λύση, με όποια μορφή και αν παρουσιάζεται.

Tελικά, το πραγματικό ζήτημα για τον κυπριακό λαό είναι να πάρει τις τύχες του στα χέρια του, έξω από τον έλεγχο των δυνάμεων της ολιγαρχίας, ενάντια στην πολιτική των εκπροσώπων της συνθηκολόγησης, ανατρέποντας τη λογική της αποδοχής των τετελεσμένων, αναπτύσσοντας τον αγώνα του για την απελευθέρωση από την τουρκική κατοχή, για την ανατροπή της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας ολιγαρχίας, για μια Kύπρο ελεύθερη, ανεξάρτητη, ενιαία και κυρίαρχη, χωρίς ξένους στρατούς και εγγυήτριες δυνάμεις.

Όχι στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, τους εθνικισμούς, τις επαναχαράξεις συνόρων και στην ενσωμάτωση των Βαλκανίων σε ΝΑΤΟ και ΕΕ

37. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, τα Βαλκάνια μετατράπηκαν, με την ανοιχτή πολιτική, οικονομική και στρατιωτική επέμβαση των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σε μια ζώνη όπου αναζωπυρώθηκαν οι εθνικισμοί, οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό των βαλκανικών χωρών και οι έχθρες μεταξύ των γειτονικών κρατών, άναψαν ένοπλες συγκρούσεις, με αποκορύφωμα τον διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας και την πολεμική επιδρομή ΗΠΑ και ΕΕ στη Σερβία. Τα αρπακτικά σχέδια του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού να ξαναβάλουν τις βαλκανικές χώρες στη σφαίρα επιρροής τους, από την οποία είχαν αποσπαστεί μετά τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησαν σε μια βίαιη επαναχάραξη συνόρων και σε έναν τεμαχισμό των Βαλκανίων σε μικρότερα κράτη, σε ένα διπλασιασμό τους (!), με τραγικές συνέπειες (χιλιάδες νεκροί,

οικονομική εξαθλίωση, μετανάστευση κλπ.) για τους βαλκανικούς λαούς, που παραμένουν και σήμερα βαρύτατες. Η ιμπεριαλιστική πολιτική του «διαίρει και βασίλευε», της εθνικιστικής υποκίνησης, των οικονομικών εμπάργκο και της άσκησης στρατιωτικής ισχύος, για τη δημιουργία προτεκτοράτων, συνεχίστηκε στα Βαλκάνια από τις ΗΠΑ και την ΕΕ και μετά τη δεκαετία του 1990. Το 2008 απέσπασαν από τη Σερβία μία επαρχία της, το Κοσσυφοπέδιο, στο οποίο έχει εγκατασταθεί η μεγαλύτερη αμερικανική βάση στο εξωτερικό. Παράλληλα, για να προσδέσουν σφικτά τα βαλκανικά κράτη στο άρμα τους, προώθησαν και προωθούν την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ.

Στη φάση που διανύουμε, η επιδίωξη των ΗΠΑ και της ΕΕ να αναχαιτίσουν την επανάκαμψη του ρώσικου ιμπεριαλισμού και να εμποδίσουν τη διείσδυση της Κίνας στα Βαλκάνια, η αντιπαράθεση για τους ενεργειακούς διαδρόμους των Βαλκανίων, η κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στο γειτονικό χώρο που απλώνεται από την Ουκρανία και τη Μαύρη Θάλασσα ως τη Μέση Ανατολή, αποσταθεροποιούν την περιοχή. Έχει δρομολογηθεί ένα νέο κύμα παρεμβάσεων των ΗΠΑ και της ΕΕ, που υποδαυλίζουν εθνικισμούς και αλυτρωτισμούς, οξύνουν αντιθέσεις μέσα στην πολιτική ζωή των βαλκανικών χωρών, ασκούν πιέσεις και μεθοδεύουν «διευθετήσεις εκκρεμών ζητημάτων», με στόχο την επίσπευση του καθολικού μαντρώματος των Βαλκανίων μέσα στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Αποτυπώματα αυτών των επεμβάσεων και αναμοχλεύσεων αποτελούν οι επισκέψεις υψηλών παραγόντων των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Βαλκάνια και οι προσταγές που απευθύνουν, τα επεισόδια στη Σερβία και στο Κοσσυφοπέδιο, οι οξυμμένες εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις -σε μερικές περιπτώσεις εμφανίζονται πως γίνονται μεταξύ «φιλοδυτικών» και «φιλορωσικών» κομμάτων- στο Μαυροβούνιο, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία, στην Αλβανία. Οι εθνικιστικές κραυγές της τελευταίας για τη «μικρή ένωση Αλβανίας και Κοσσυφοπέδιου», οι αλυτρωτικές φωνές της για το «τσάμικο ζήτημα» και η ανάμιξή της στις εσωτερικές εξελίξεις στη πΓΔΜ. Ακόμη η αλλαγή κυβέρνησης στα Σκόπια και η επανεκκίνηση υπό την εποπτεία του ΟΗΕ, στην ουσία των ΗΠΑ, διαπραγματεύσεων Ελλάδας - πΓΔΜ για την ονομασία της γειτονικής χώρας και η αναθέρμανση αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε εθνικιστικούς και «συμβιβαστικούς» κύκλους των κυριάρχων αστικών τάξεων στις δύο χώρες για το όνομα.

Μέσα σ’ αυτό το εύθραυστο σκηνικό, η ελληνική κυβέρνηση κινείται στις βαλκανικές εξελίξεις με στόχο το πλασάρισμα της Ελλάδας ως «πόλου σταθερότητας», δρώντας στην πραγματικότητα σαν όργανο και τοποτηρητής των συμφερόντων των Αμερικάνων και Ευρωπαίων ιμπεριαλιστών στην περιοχή και για να εξασφαλίσει μεγαλύτερο μερίδιο στις βαλκανικές αγορές για την ντόπια πλουτοκρατική ολιγαρχία.

Αυτό, ακριβώς, κάνει και στο θέμα που αφορά άμεσα την Ελλάδα, στο θέμα της ονομασίας της πΓΔΜ. Έχει αποδεχτεί ως πλαίσιο επίλυσης του ζητήματος την ιμπεριαλιστική ανάμειξη και εποπτεία, που είτε διαιωνίζει το πρόβλημα και παρατείνει τις τριβές Ελλάδας - πΓΔΜ είτε ωθεί σε ένα «συμβιβασμό» που δεν διασφαλίζει την πραγματική λύση της διαφοράς, αλλά θα συνεχίσει να την αναπαράγει με τη μια ή την άλλη μορφή, ώστε ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας να εξακολουθήσει να αναμιγνύεται σαν επιδιαιτητής στις υποθέσεις των δύο χωρών και στη ρύθμιση των αμοιβαίων σχέσεών τους.

Η ονομασία που θα πάρει η γειτονική χώρα, όπως και τα σύμβολά της, έχουν σημασία για το στήσιμο γέφυρας συνεργασίας και φιλίας ανάμεσα στις δύο γειτονικές χώρες, στη βάση ενός συμβιβασμού, μακριά από εθνικιστικές και σοβινιστικές υστερίες και αλυτρωτισμούς. Θα πρέπει να έχουν χαρακτηριστικά που δεν θα δίνουν ερείσματα για την αμφισβήτηση των συνόρων και δεν θα υποκρύπτουν, αλλά αντίθετα θα αποκλείουν εδαφικές βλέψεις του ενός σε βάρος του άλλου, που θα σέβονται την ιστορική και σημερινή πραγματικότητα των δύο λαών και την κυριαρχία των δύο χωρών, συμβάλλοντας στην εξομάλυνση των σχέσεων και τη σταθερή ειρηνική τους συμβίωση.

Η διαφορά Ελλάδας και πΓΔΜ είναι ένα από τα προβλήματα των Βαλκανίων.

Η επίλυσή του, όπως και η επίλυση του συνόλου των βαλκανικών προβλημάτων προς όφελος των λαών της περιοχής, δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο με μια πολιτική που θα αντιτάσσεται στην ιμπεριαλιστική κηδεμονία, στους εθνικισμούς, τους αλυτρωτισμούς και στην υποτέλεια, στις επαναχαράξεις συνόρων. Η σταθερή ειρήνη στα Βαλκάνια, η συνεργασία και φιλία των βαλκανικών χωρών μπορεί να κατακτηθεί μόνο αν οι λαοί τους αναπτύξουν κοινό αγώνα για την ανατροπή της κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και των ντόπιων λακέδων τους.


6ο Συνέδριο Μ-Λ ΚΚΕ


Μακρόνησος 1947 - 2017